The beginning of the end... Part 1.

Ηλεκτρισμός διαπέρασε το κορμί της. Είναι δυνατόν να συμβαίνει; Ήρθε επιτέλους εκείνη η στιγμή; Τα μάτια της καρφώθηκαν στο νεκρό σώμα του άντρα που κείτονταν μπροστά της, αυτού του άντρα που αγάπησε και μίσησε με όλο της το είναι. Είναι αλήθεια νεκρός; Κοίταξε το ματωμένο σπαθί που κρατούσε στα χέρια της και ένιωσε ανακούφιση. Είχε καταφέρει να γκρεμίσει τα κάγκελα της φυλακής της πληρώνοντας ένα μεγάλο τίμημα. Για μια στιγμή η σκέψη την τρομοκράτησε, όμως η στιγμή πέρασε και χάθηκε αφήνοντας πίσω της το μοναδικό πράγμα που μπορούσε να νιώσει και είχε κατακλύσει την ψυχή της. Ελευθερία! Έσκυψε πάνω από το νεκρό σώμα του Jayal, του χάιδεψε τα μαλλιά και του έδωσε το τελευταίο της φιλί. Ποτέ ξανά δεν θα έβαζε κάποιον στην ζωή της, αυτός ο κύκλος είχε κλείσει οριστικά. Σηκώθηκε, έκλεισε για μερικά δευτερόλεπτα τα μάτια της, πήρε μια βαθιά ανάσα και έκανε το πρώτο της βήμα για την καινούρια της ζωή, όποια και αν ήταν αυτή...


Το ταξίδι πάνω στο πλοίο την άφηνε παγερά αδιάφορη, η μόνη της έγνοια ήταν να τρέφεται τακτικά μέχρι να φτάσουν στην Φερίστο. Δεν ήταν δύσκολο να βρει πλοίο για να φύγει, ήταν ακόμα δυνατή ώστε να εφαρμόζει την θέληση της σε άλλους. Ο κόσμος είχε πάλι αρχίσει να αλλάζει, οι άνθρωποι είχαν αρχίσει να ανακτούν τις μνήμες τους. Ο πόλεμος δεν θα αργούσε να ξεκινήσει, αλλά αυτή δεν θα ήταν εκεί να τον δει. Το μόνο που την ένοιαζε ήταν να φύγει όσο πιο μακριά γινόταν, να τα αφήσει όλα αυτά πίσω της, να σβήσει το παρελθόν. Είχε προσέξει όταν έφευγε από το παλάτι πως ο τάφος του Gallandyr ήταν ανοιχτός. Ήξερε πως ο Gillaern ήταν ακόμα ζωντανός. Και τι με αυτό; Κανένας δεν υπήρχε πια για αυτήν, ούτε ο ίδιος της ο εαυτός... Μόνο η φυγή της είχε απομείνει...


Οι ακτές είχαν πια αρχίσει να χάνονται στον ορίζοντα όταν ένιωσε αυτό το βάρος που την πλάκωνε να εξαφανίζεται. Το Νησί της Ερήμου ήταν πια για αυτήν παρελθόν. Τώρα μόνο ένα πράγμα της έμενε να κάνει. Να πετάξει το σπαθί. Θα ήταν αφελές να το κρατήσει και να ρισκάρει να πάθει όσα είχε πάθει ο Jayal. Το κακό είχε παγιδευτεί στο σπαθί και το σπαθί θα παγιδευόταν στον πάτο της θάλασσας, μακριά από όλους. Μα το πιο σημαντικό, μακριά από αυτήν. Την στιγμή που το πετούσε στην θάλασσα στο πρόσωπο της σχηματίστηκε ένα αχνό χαμόγελο...
Οι καπετάνιοι σταματούσαν σε πολλά νησιά, κανένα όμως δεν ακουγόταν τόσο ενδιαφέρον όσο το νησί με τον τρελό μάγο και τις πύλες. Οι πύλες! Αυτές δεν έψαχνε από παλιά; Η μοναδική σωτηρία να φύγει όσο γίνεται πιο μακριά από εδώ, τόσο μακριά που να μην μπορεί πια να ξαναγυρίσει, να μην υπάρχει τρόπος να ξαναγυρίσει... Το νησί έμοιαζε έρημο όταν κατέβηκε, μόνο ο πύργος φαινόταν κάπου στο βάθος, μακριά από τις ακτές. Προχώρησε προς τα εκεί, αγέρωχη, σχεδόν ευτυχισμένη. Η ώρα είχε φτάσει!
Ο Groteskon ήταν σίγουρα ένα από τα πιο παράξενα πλάσματα που είχε γνωρίσει. Και σίγουρα και ο ίδιος θα έλεγε το ίδιο για αυτήν, μιας που της είχε εξηγήσει πως έχει μελετήσει τα vampires, αλλά αυτή ήταν διαφορετική, πιο δυνατή από αυτά. Το φως της μέρας δεν την ενοχλούσε, και μπορούσε να κατευνάσει την όρεξη της για αίμα όταν το ήθελε πολύ, χωρίς βέβαια να σημαίνει πως δεν πεινούσε και δεν ήθελε να τραφεί. Σίγουρα όμως δεν ήταν σαν εκείνα τα ανεγκέφαλα αγρίμια που ο μάγος κρατούσε φυλακισμένα για να πειραματίζεται πάνω τους. Της είχε ζητήσει να πειραματιστεί και σε αυτήν. “Υπό έναν όρο” του είχε πει. “Θα μου μάθεις ότι ξέρεις για τις πύλες και θα με αφήσεις να περάσω μία και να φύγω, μόλις κάποια από αυτές ανοίξει”. Ο μάγος συμφώνησε. Μέσα σε λιγότερο από μια εβδομάδα μία από τις πύλες άνοιξε. Λίγο πριν την διαβεί αναλογίστηκε αυτό που είχε μάθει την προηγούμενη μέρα, πως ο γιος της ο Bredain είχε βρεθεί εκεί και είχε περάσει και αυτός μια από τις πύλες. Αναρωτήθηκε αν θα έπρεπε να νιώσει την ανάγκη να πάει να τον βρει, όμως τίποτα από την μητέρα του δεν είχε απομείνει πλέον σε αυτήν. Δεν υπήρχε λόγος πια να τον αναζητήσει. Κοίταξε μπροστά της την ανοιχτή πύλη και χωρίς ίχνος φόβου ή ενδοιασμού προχώρησε μπροστά.




“Συγχώρεσε με που δεν μπόρεσα να σε σώσω, που δεν μπόρεσα να σώσω την μητέρα και την οικογένεια μας...”
Δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλα του όσο κοιτούσε το άψυχο σώμα του Bredain να κείτεται μέσα στον τάφο που είχε σκάψει. Δεν πίστευε πως μπορούσε ακόμα να πονάει τόσο όσο όταν ήταν ακόμα μισοξωτικό. Πως οι δεσμοί του αίματος ήταν τελικά τόσο δυνατοί που τον είχαν μουδιάσει.
Όταν έφευγε από το παλάτι δεν μπορούσε να σκεφτεί καθαρά, να κατανοήσει τι μόλις είχε συμβεί. Ο αδερφός του ήταν νεκρός, τον είχε σκοτώσει ο Jayal. Ο Arathor και η Lenia το ίδιο, κείτονταν νεκροί σε εκείνο το αποπνικτικό δωμάτιο. Η μητέρα που τόσο είχε αγαπήσει μέσα από τις μνήμες του δεν ήταν πια η ίδια, ο Αυτοκράτορας την είχε αλλάξει. Όσο αυτός ζούσε, αυτή θα ήταν παντοτινά δική του, κάτω από την επήρεια του. Είχε ανοίξει τον τάφο του πατέρα του στον κήπο για να πάρει αυτά που δικαιωματικά ήταν δικά του, η κληρονομιά του. Είχε νιώσει ανακούφιση που είχε βρει το circlet του πατέρα του, μαζί με ένα πετράδι. Δεν του έμενε τίποτα άλλο να κάνει εκεί. Πήρε το σώμα του αδερφού του και έφυγε όσο πιο γρήγορα μπορούσε από εκείνο το μέρος που είχε γκρεμίσει ότι απέμεινε από την οικογένεια του. Και τώρα είχε έρθει η ώρα να αποχαιρετίσει και τον αδερφό του. Έσκυψε και έκοψε μια τούφα από τα μαλλιά του, να την έχει μαζί του για φυλαχτό, για να μην ξεχάσει ποτέ...


“Η μητέρα ζει και έφυγε από το νησί...”
Επαναλάμβανε τις λέξεις μέσα στο μυαλό του μέχρι να τις συνειδητοποιήσει. Είχε καταφέρει με αρκετή προσπάθεια να βρει πλοίο για την Φερίστο και από εκεί για το Πράσινο Νησί. Είχε γνωριστεί με τον καπετάνιο και είχαν αποκτήσει μια κάποια οικειότητα, όταν έμαθε πως κάποια γυναίκα είχε ζητήσει πριν λίγες μέρες να ταξιδέψει για το νησί του τρελού μάγου με τις πύλες. Ο καπετάνιος δεν μπορούσε να την ξεχάσει, ήταν τόσο μαγευτικά όμορφη αλλά και τόσο απόμακρη από όλους, σχεδόν ονειρική. “Πρέπει να ήταν σαλεμένη, κανένας λογικός άνθρωπος δεν πηγαίνει σε αυτό το νησί. Και μην νομίζεις, εγώ πάω μόνο για να παραδώσω προμήθειες στην ακτή του νησιού και να φύγω. Αλλά αυτή δεν έδειχνε να φοβάται. Σου το ξαναλέω, δεν ήταν στα καλά της, το κακό της γύρευε!” Όταν ο καπετάνιος άρχισε να την περιγράφει η καρδιά του Gillaern φτερούγισε. Η μητέρα; Είναι δυνατόν να είναι η μητέρα και να δραπέτευσε από το Νησί της Ερήμου; Προσπάθησε να μάθει από τον καπετάνιο τι συνέβαινε στο Νησί αλλά αυτά που άκουγε δεν είχαν λογική συνέπεια με αυτά που είχε δει όταν είχε γυρίσει εκεί. Θαρρείς και ξαφνικά όλα είχαν αλλάξει. Είχε αντιληφθεί μια αλλαγή όταν έψαχνε για πλοίο μέχρι τη Φερίστο, αλλά ο θρήνος τον είχε μουδιάσει. Δεν σκεφτόταν τίποτα άλλο από το να φύγει από αυτό το καταραμένο μέρος, να γυρίσει πίσω στο Πράσινο Νησί και στον “πατέρα” του τον Nathaniel. Από αυτά που άκουγε τώρα όμως αντιλήφθηκε ότι ο κόσμος ανακτούσε σιγά σιγά την μνήμη του. Τι συνέβαινε; Και πως ήταν δυνατόν η μητέρα να είχε φύγει από το Νησί; “Θα με πας και εμένα σε αυτό το νησί” είπε ο Gillaern στον καπετάνιο. “Πρέπει να βρω αυτή την γυναίκα”...


Οι μέρες στο νησί του μάγου Groteskon περνούσαν αργά, γεμάτες ερωτήσεις από την μεριά του μάγου που κάθε μέρα τον ξεχνούσε και τον ξαναθυμόταν από τις σημειώσεις του. Ήταν όντως αλήθεια, η μητέρα του είχε περάσει από εδώ, όπως και ο αδερφός του στο παρελθόν. Είχαν και οι δύο διαβεί μια πύλη στην προσπάθεια τους να φύγουν μακριά, όσο πιο μακριά γινόταν από το Νησί της Ερήμου. Τώρα πια ο Αυτοκράτορας ήταν νεκρός. Και ο Gillaern είχε αποφασίσει να περάσει την ίδια πύλη που πέρασε πριν από 10 μέρες η μητέρα του. Το είχε υποσχεθεί στον εαυτό του και στην μνήμη του αδερφού του πως δεν θα άφηνε αυτή την δεύτερη ευκαιρία που του είχε δώσει η μοίρα να σώσει την μητέρα τους. Θα ακολουθούσε το κάθε της βήμα μέχρι να την βρει. Και να την σώσει... Ο Groteskon τον βεβαίωσε πως η πύλη είχε ανοίξει και του ζήτησε να το ξανασκεφτεί και να κάτσει λίγο ακόμα μαζί του, δεν είχε πάρει όλες τις απαντήσεις που ήθελε. Ο Gillaern όμως δεν είχε σκοπό να χάσει άλλο χρόνο. Τον ευχαρίστησε θερμά για την βοήθεια που του είχε παρέχει και πέρασε την πύλη χωρίς να κοιτάξει πίσω του.

Comments

Popular posts from this blog

Heroic Fantasy: Mini review or pure fun?

Heroic Fantasy: The Dragonlance Experiment

Dungeons & Delvers: Mighty heroes & Magic Potatoes