Το Ημερολόγιο Του Βάρδου (μέρος έκτο)

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

"... ήταν μαγευτικό, άκουγα πάλι την φωνή της μητέρας μου να με νανουρίζει. Τίποτα δεν μπορούσε να συγκριθεί με την φωνή της Ιστάρρα. Αυτή η φωνή που είχε σταματήσει ολόκληρη αρκούδα, την ώρα που μου είχε επιτεθεί να με ξεσκίσει, όταν ήμουν μωρό ακόμα, και την είχε νανουρίσει. Αυτή η φωνή που άρχοντες και βασιλιάδες ήθελαν να την κάνουν δική τους..."

"...ακόμα δεν είχα γεννηθεί κι όμως το έβλεπα, το ζούσα! Ο πατέρας μου, ο Ελάιτζα να τα βάζει με δέκα αυτοκρατορικούς και να τους κατατροπώνει, για να σώσει την Ιστάρρα και το αγέννητο παιδί που κουβαλούσε στην κοιλιά της, από σκλαβιά και θάνατο. Το αγέννητο παιδί τους, εμένα..."

"...δεν είναι δυνατόν! Αποκλείεται! Πως θα μπορέσω ποτέ να τη σβήσω αυτή την εικόνα από την μνήμη μου; Η μητέρα μου ντυμένη με κουρέλια, να περπατάει στους πάγους, ξυπόλυτη, με σκασμένες φτέρνες. Και στο χέρι της να κραδαίνει το σπαθί του πατέρα μου... Άρα αυτό σημαίνει ότι ο πατέρας μου είναι...νεκρός; Όχι δεν μπορεί, κάποιο λάθος κάνουν τα οράματα. Άλλωστε αυτό μπορεί να μην έχει συμβεί ακόμα, μπορεί να μην συμβεί ποτέ. Εγώ θα φροντίσω για αυτό..."

Αποσπάσματα από το, πολλάκις βραβευμένο, διήγημα του Έιθαρ Βάλραξ
Ξωτικίσιο Αίμα
Τα οράματα ενός Βάρδου
(εκδόσεις Ανώτατη Σχολή της Κανάλ)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ

 Μετά την μανιασμένη φυγή μας από το, βυθισμένο πλέον, νησί της φωτιάς και της στάχτης, είχα χάσει λίγο την αίσθηση του χρόνου. Σε αυτό έφταιγε και η, για πολλές μέρες, έλλειψη της συνειδητής μου επαφής με τον κόσμο, λόγω του σπαθιού. Το σπαθί! Είχε γίνει, πλέον, μέρος του χεριού μου. Όποτε το ένιωθα κολλημένο επάνω μου ήμουν ιδιαίτερα ευτυχισμένος και ευδιάθετος. Δεν καταλάβαινα ποιά σκοτεινή δύναμη με είχε κάνει να είμαι τόσο προσκολλημένος πάνω του, πάντως είχα βρεί πάρα πολλές προφάσεις για να δικαιολογήσω αυτή μου την εμμονή. Ιδίως η Ιρίκα επέμενε ότι πρέπει να το αποχωρηστώ, ίσως να το πετάξω και στην θάλασσα, για το καλό μου. Εγώ, όμως επέμενα. Έλεγα ότι στα χέρια μου θα μεγαλουργήσει αυτό το σπαθί, σημασία δεν έχει το αντικείμενο, άλλα αυτός που το κουβαλάει. Άλλοτε έλεγα ότι και οι υπόλοιποι στην ομάδα έχουν σκοτεινά αντικείμενα. Ο Κάσπερ κουβαλούσε ακόμα το τελετουργικό εγχειρίδιο που σκοτώθηκε ο Πατέρας Κέανοθ, ενώ η Ιρίκα συνέχεια σκεφτόταν πως θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε τον πάπυρο του Κάθαργκιλ, του σκοτεινού θεού της προδοσίας που βρήκαμε στο Ζιγκουράτ. Συμπλήρωνα ότι, καλύτερη μεταχείριση θα βρει το σπαθί στα δικά μου χέρια, παρά στα χέρια κάποιου Μοχθηρού Λάτρη Εξουσίας. Τέλος, άμα τίποτα από αυτά δεν μου προσέφερε την ησυχία μου, με έπιανε η τρέλα μου και έλεγα ότι με ζηλεύουν γιατί σε κανενός τα χέρια δεν έτυχε ένα τέτοιο όμορφο αντικείμενο.
 Έτσι ευχάριστα κυλούσαν οι μέρες στο καράβι και η Κανάλ όλο και μεγάλωνε στον ορίζοντα, ώσπου ένα πρωί, είδα τον Κίραν να σημειώνει στο ημερολόγιο καπετάνιου 02/06/1110, η πόλη έδειξε όλη της την μεγαλοπρέπεια και το καράβι μπήκε στα εξωτερικά τείχη. Είχαμε εντυπωσιαστεί! Πρώτη φορά βλέπαμε κάτι τόσο μεγαλειώδες. Ο Κίραν, κατάλαβε από την έκφραση που είχαμε πάρει, το πόσο είχαμε εντυπωσιαστεί και κατευθείαν έσπευσε να κάνει τον ξερόλα και να μας κάνει μια ενημέρωση για την Κανάλ. Η πόλη αυτή ήταν καθαρά χτισμένη για να προστατεύεται και να χρησιμοποιεί το νερό για επικοινωνία. Ήταν χτισμένη κυκλικά, σε τρεις δακτυλίους και κάθε δακτύλιος ξεχώριζε από τον άλλο με ψηλά τείχη. Εξωτερικά είχε μια σειρά από πανύψηλα τείχη τα οποία ασφάλιζαν το λιμάνι, από τον νότο και την υπόλοιπη πόλη από τις χερσαίες επιθέσεις στις υπόλοιπες κατευθύνσεις. Το λιμάνι δεν ήταν απλά ένας κόλπος όπου δέναν τα καράβια. Ουσιαστικά όλη η πόλη ήταν ένα λιμάνι. Το καράβι μας μπήκε από την στενή είσοδο του λιμανιού και μετά, αφού μας ρώτησαν σε ποιόν τομέα της πόλης θέλουμε να πάμε, άρχισαν να μας κατευθύνουν μέσα από ένα δαιδαλώδες δίκτυο καναλιών προς το μέρος όπου θα έδενε το καράβι.
 Εμείς θα είχαμε πρόσβαση μέχρι και τον δεύτερο εσωτερικό δακτύλιο όπου υπήρχε το εμπορικό κέντρο της Κανάλ, οι σχολές, οι ναοί και κάποιες διοικητικές υπηρεσίες. Ο τρίτος και πιο εσωτερικός δακτύλιος ήταν ο πυρήνας της Αυτοκρατορίας και, όπως μας έγινε σαφές, έμπαινες πάρα πολύ δύσκολα εκεί μέσα. Δεν είχαμε τέτοιο σκοπό, φυσικά. Το ότι θα είχαμε πρόσβαση σε όλους τους ναούς μας έφτανε. Πρώτο μας μέλημα ήταν να βρούμε ένα καλό πανδοχείο. Αυτό ήταν εύκολο. Τελικά βρήκαμε αυτό που μας άρεσε, του δώσαμε και τα τελευταία μας χρήματα (ήταν λίγο τσιμπημένο στις τιμές του, αλλά η πολυτέλεια πληρώνετε), ήπιαμε και κάτι δροσερό και αλκοολούχο, που μας είχε λείψει και ξεχυθήκαμε στην πόλη.
 Γυρίσαμε στα ακριβότερα μαγαζιά και πουλήσαμε κάποια μαγικά μας αντικείμενα και τα σπαθιά των Δρακογεννημένων, που είχαμε σκοτώσει. Έπειτα πουλήσαμε και τους βράχους χρυσού και ασημιού που είχαμε βρει και ξάφνου βρεθήκαμε με πάρα πολλά, για τα δεκαοχτώ μας χρόνια, λεφτά. Οπότε ψωνίσαμε καινούργιες πανοπλίες και καινούργια όπλα. Ήθελα κι εγώ να πάρω μιά καινούργια βαλλίστρα, πιό δυνατή, μα δυστυχώς δεν βρήκα τίποτα. Όχι ότι με ένοιαζε ιδιαίτερα, τώρα είχα το σπαθί, απλά το πρόβλημα ήταν ότι ακόμα δεν μπορούσα να το χειριστώ, δεν ήμουν ξιφομάχος. Τελικά πήρα μια καινούργια, πιό δροσερή πασμίνα για το καλοκαίρι και όλοι φύγαμε ευτυχισμένοι από τα ψώνια μας. Η αλήθεια είναι ότι, από το Κιλκιστάν ακόμα, δέχτηκα πολλές επικρίσεις και κοροϊδέματα για τις πασμίνες μου και για τον δερμάτινο μπερέ μου με το ψηλό φτερό από Φοίνικα (για την ακρίβεια το φτερό το είχα βγάλει από ένα κοτόπουλο του θείου μου και το είχα βάψει χρυσοκόκκινο, αλλά ποιός από τους χωριάταρους του Κιλκιστάν θα καταλάβαινε την διαφορά;). Αυτές οι πασμίνες, με είχαν σώσει, όμως, πολλές φορές από τους κίνδυνους της περιπέτειας. Για παράδειγμα, όσες φορές χρειάστηκα να κρυφτώ και να παρακολουθήσω κάποιον χρησιμοποιούσα την πασμίνα μου για να καλύψω τα χαρακτηριστικά μου. Ή ακόμα στην έρημο, χάρις στην πασμίνα μου δεν αφυδατώθηκα, αφού την τύλιγα γύρω από το κεφάλι μου όπως κάνουν οι βεδουίνοι. Για αυτό δεν σηκώνω κουβέντα για την πασμίνα μου!
 Τελειώσαμε τα ψώνια μας και ακόμα μας είχε μείνει το μυθικό ποσό των 1580 χρυσών νομισμάτων. Τα χρήματα μας τα κρατούσε όλα η Ιρίκα. Θα μου πείτε, ποιός σώφρον άντρας θα έδινε όλα τα λεφτά του σε μια γυναίκα, αλλά στην προκειμένη περίπτωση, η Ιρίκα ήταν το πιό σωστό άτομο να κρατάει τα χρήματα μας. Ήταν συνετή και σε πλήρη αρμονία με την φύση, οπότε οι σαρκικές και υλικές απολαύσεις δεν ήταν το φόρτε της. Επίσης, ήταν πλέον ολοφάνερο ότι ήταν ερωτευμένη με τον Ίνκυ, οπότε δεν είχε ανάγκη από πολλά λούσα για να τον εντυπωσιάσει και να τον κάνει δικό της. Ένας Καλλικάντζαρος ήταν. Τέλος πάντων, μετά τα ψώνια, καθίσαμε και το συζητήσαμε με τον Κάσπερ και την Ιρίκα, ποιά θα είναι η περαιτέρω πορεία μας. Έπρεπε να πάρουμε σβάρνα τους ναούς και να αναζητήσουμε απαντήσεις που θα μας βοηθήσουν στην αποστολή μας. Η Νούρια έδειξε την αδιαφορία της και επέλεξε να γυρίσει στο πανδοχείο για κούρα ομορφιάς, ο Έρικ δήλωσε ενδιαφέρον να πάει στον στρατώνα όπου θα μπορούσε να καταταγεί ως Αυτοκρατορικός και ο Ίνκυ πήγε στον ναό του Άζραελ για να έρθει σε επαφή με την πίστη του. Εγώ είχα αρχίσει να πιστεύω ότι, αυτό το παιδί ήταν η ενσάρκωση του Άζραελ στο Σμαράγδι, έμενε μόνο να βγώ ψεύτης γιατί η Ιρίκα ετοίμαζε στα κρυφά μιά άλλη ενσάρκωση για τον Ίνκυ.
 Είχαμε μείνει οι τρεις μας και αρχίσαμε να περπατάμε στους δρόμους της Κανάλ. Εντυπωσιάστηκα απο τα χρώματα και τις γλώσσες που αντάμωνα γύρω μου. Ήταν μιά πολυφυλετική κοινωνία όπου όλοι διατηρούσαν μια περίεργη αρμονία. Αποφεύγαμε, επίτηδες τους Αυτοκρατορικούς, αν και έδειχναν ότι δεν μας έδιναν σημασία. Πάντως θα μιλούσαμε για την αποστολή μας μόνο σε ναούς που δείχναν ουδετερότητα. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε και με άτομα αντιδραστικά προς τον Αυτοκράτορα, αλλά είχαμε μπλέξει αρκετά με αποβράσματα και άτομα του υποκόσμου στο Ρασίντ και την Αλάκρα και ήμασταν πολύ μικροί για να βουτήξουμε ακόμα πιο βαθιά. Το πιό πιθανό θα ήταν να βουτήξουμε βαθιά στο λιμάνι της Κανάλ, κάποιο συννεφιασμένο βράδυ, με πέτρες δεμένες στα πόδια μας.
 Δράσαμε απερίσκεπτα και απρογραμμάτιστα. Πρώτα πήγαμε στον ναό της Μαργκό για τον Κάσπερ, για να βρούμε χάρτες και για να πάρουμε πληροφορίες για το δεύτερο δάκρυ της Μαργκό. Από εκεί μας έστειλαν στον ναό της Λεριθέα, όπου βρίσκονται όλοι οι επίσημοι χαρτογράφοι. Συγκρίναμε τους χάρτες των Νίθιανς με τους χάρτες της Αυτοκρατορίας και εντοπίσαμε κάποια κοινά σημεία, στον μεν χάρτη με πόλεις, στον δε με ερείπια. Δεν βρήκαμε όμως καμία απάντηση για τις διπλές πόλεις με τον αντικατοπτρισμό τους. Έπειτα πήγαμε στην βιβλιοθήκη της Κανάλ, όπου δεν βρήκαμε απολύτως τίποτα για τους Νίθιανς. 
 Μετά περάσαμε από τον ναό των Χάνσι και Μαρσάλα, όπου μας υποδέχθηκε ένας βάρδος, ο οποίος έδειχνε να έχει περάσει πολλά. Ο Κάσπερ τον χαρακτήρισε ως "μεγάλο μούτρο" και η Ιρίκα συμφώνησε και πρόσθεσε το επίθετο "κουφάλα", μα εγώ τον συμπάθησα με τον που τον είδα. Ήταν ένας γνήσιος καλλιτέχνης, διατηρητής της Ιστορίας και της Αλήθειας, ψημένος στην μάχη, καμία σχέση με τους υπόλοιπους κωλογλείφτες του Αυτοκράτορα. Επίσης, φορούσε κι αυτός ένα σάλι, ριγμένο ανέμελα πάνω στους ώμους του και δίκοχο με φτερό στο κεφάλι. Μας έδωσε πολλές πληροφορίες για τον παλιό κόσμο, αν και σε κάποια πράγματα εμείς ήμασταν πιό ενημερωμένοι. Συμφώνησε ότι ο Αυτοκράτορας κρατάει τον κόσμο στην ημιμάθεια αλλά, δυστυχώς, ακόμα οι αποδείξεις είναι πολλοί λίγες για να ξεκινήσει ένα πραγματικά μεγάλο και δυνατό επαναστατικό κίνημα. Στην ερώτηση μας για τους Νίθιανς και για το άμα είναι καλοί ή κακοί, είπε κάτι πολύ σοφό που θύμισε αυτό που είχα πει εγώ στα παιδιά. Είπε "Όταν εσύ κάνεις μάθημα ανατομίας στο σχολείο και σφάζεις ένα βατράχι για να δεις τα όργανα του τι είσαι, καλός ή κακός; Καλός, φυσικά. Για σκέψου όμως, πως φαίνεσαι στα μάτια του βατράχου. Σαν το μεγαλύτερο κακό του κόσμου, δεν το σφάζεις ούτε για τροφή, ούτε από ανάγκη, μόνο για να πειραματιστείς. Ε, κι εμείς για τους Νίθιανς αυτό ήμασταν, βατράχια!" Τέλος, μας ευχήθηκε καλή τύχη και μας είπε πως, άμα θέλουμε να μάθουμε περισσότερα για τις πύλες πρέπει να πάμε στον ναό του Όλιβα.
 Ο ναός του Όλιβα ήταν, ίσως ο πιό επιβλητικός. Μέσα όλοι φορούσαν πανοπλίες και έμοιαζαν σαν φανταχτεροί Ιππότες. Αυτό ερχόταν σε αντιπαράθεση με όσα είχαμε δει ως τώρα. Στον ναό της Μαργκό έπρεπε να περπατήσουμε ως το εξωτερικό τείχος, κοντά στις φάρμες, τα πάρκα και τα αλσύλλια, ενώ όλοι οι ιερείς ήταν ντυμένοι σαν δασοφύλακες με τόξα κρεμασμένα στην πλάτη, μυτερές, πράσινες, αστείες μποτούλες και καλτσόν στα πόδια. Δεν ξέρω ακριβώς τι βίτσιο είχε η Μαργκό με τα καλτσόν, αλλά, ενώ απέδιδε ένα πολύ ωραίο εφέ στις ιέριες, ιδίως από μία προοπτική των οπισθίων τους, στους άντρες ήταν μιά αηδία, με τα αχαμνά τους να διαγράφουν ένα πρησμένο, αχρησιμοποίητο εξόγκωμα. Στον ναό της Λεριθέα, όλοι φορούσαν αστείες κελεμπίες με χάρτες κεντημένους επάνω. Στον ναό των Χάνσι και Μαρσάλα, δε, κυριαρχούσε η ομορφιά, η τέχνη, τα βιβλία. Πανέμορφες ιέριες, απελευθερωμένες από τα περιττά τους ρούχα, δίδασκαν ορθοφωνία, σολφέζ και ντικτέ σε πιτσιρίκια, ενώ άντρες ντυμένοι με δερμάτινες φορεσιές, λιτά μα τόσο καλόγουστα στολισμένες, μάθαιναν στα παιδιά την αξία της σωστής αφήγησης. Αυτός ο ναός ήταν πραγματικά ένα κόσμημα στην πόλη.
 Τώρα, όμως, μπαίναμε στη πηγή της στρατιωτικοποίησης και των φαντασμένων ιπποτών. Εδώ που γεννιέται ο φιλομιλιταρισμός, ο ιμπεριαλισμός, ο φονταμενταλισμός, ο δεσποτισμός, η τυφλή υποταγή σε ένα καλό που κανείς δεν ξέρει μα όλοι πρέπει να υπηρετήσουν και η τάση να βρίσκεις την πίστη σου μέσα από την μάχη και τον σκοτωμό. Εντάξει, είμαι λίγο υπερβολικός, αλλά όλο αυτό το καλογυαλισμένο, καλολαδωμένο, μεταλλικό, μουσκουλοκρατούμενο κιτς, τάραξε τις καλλιτεχνικές μου ευαισθησίες και την αίσθηση του γούστου μου. Με τα πολλά, μας πήγαν στην αρχιέρεια του ναού, μια εξηντα-φεύγα, κοτσονάτη γυναίκα, που είχε επιβιώσει από πολλές μάχες, την πλέον υπεύθυνη να μας μιλήσει για τις πύλες. Μας είπε ότι υπάρχουν πολλές πύλες και ακόμα περισσότεροι κόσμοι, όπου αυτές καταλήγουν. Επίσης, μας είπε ότι καμμιά φορά οι ιερείς του Όλιβα κάνουν κακή χρήση των πυλών και βρίσκονται σε μέρη που δεν το περίμεναν. Μια τέτοια περίπτωση είναι και της Λύδας, αν και δεν θεωρούσε ότι ήταν τυχαίο το ότι την βρήκαμε εμείς. Για το θέμα της Νούρια, επέμενε ότι πρέπει να την πείσουμε να πάει στον ναό του Βόλφερ και να μάθει την αποστολή της, αλλιώς θα την βρει κάποτε η αποστολή της στην πορεία και αυτό δεν θα είναι τόσο ευχάριστο.
 Συνεχίσαμε την κουβέντα μας και την γενικεύσαμε. Γενικά θα χαρακτήριζα την αρχιέρεια, σαν την ευχάριστη θεία που πάντα έχει μιά καλή συμβουλή να σου δώσει και σου φέρνει σοκολάτες στην γιορτή σου, μετά όμως σε προειδοποιεί πως, άμα τις φας, θα χαλάσουν τα δόντια σου. Έτσι και με εμάς. Μας είπε ότι καλό είναι να συνεχίσουμε την αποστολή μας αλλά ίσως να ήταν καλύτερα να αφήσουμε τα μαγικά μας αντικείμενα στον ναό και να συνεχίσει κάποιος άλλος την αποστολή. Εμείς τσατιστήκαμε λίγο, κυρίως η Ιρίκα και αρνηθήκαμε να παραδώσουμε τα όπλα. Έπειτα η Ιρίκα με την αρχιέρεια πιάσανε ψιλή κουβέντα, στην οποία μάθαμε ότι η Αρχιέρεια ήταν παντρεμένη από τα 18 της με τον αρχιερέα του Άζραελ και, αν και φάνταζε περίεργη μια τέτοια συμβίωση, ο έρωτάς τους δεν έσβησε ποτέ. Της είπαμε και για τον Ίνκυ που πήγε στον ναό του Άζραελ και, αφού άφησε ένα "ΩΧ" να της ξεφύγει, μας υποσχέθηκε ότι θα μιλούσε στον άντρα της για καλή μεταχείριση. Τέλος της είπαμε για το νησί του ηφαιστείου και ότι το βυθίσαμε. Χάρηκε για την πράξη μας, λέγοντας ότι κι αυτή είχε πάει με μιά αποστολή εκεί για τον ίδιο λόγο, αλλά φύγαν άπρακτοι. Ο λόγος ήταν ότι, λόγω του αυστηρού κώδικα τιμής τους, δεν μπορούσαν να σκοτώσουν ένα πλάσμα που δεν αμύνεται. 
 Αποχωρήσαμε και από αυτόν τον ναό. Είχε μεσημεριάσει για τα καλά, οπότε έπρεπε να αποφασίσουμε τι θα κάνουμε. Έριξα την ιδέα να πάμε και από τον ναό του Κάλντεθ, του θεού των Ξωτικών, που ήταν κι αυτός στα εξωτερικά τείχη, μέσα στην φύση και την ομορφιά. Εκεί, ο αρχιερέας των Ξωτικών δέχτηκε εμένα και την Ιρίκα μόνο, λόγω του Ξωτικίσιου αίματός μας. Τον ρωτήσαμε άμα θα μπορούσαμε να δούμε τις βιβλιοθήκες των Ξωτικών. Μας είπε ότι μόνο ένας τρόπος υπάρχει. Να περάσουμε, πρώτα, μιά ιεροτελεστία όπου θα έρθουμε σε επαφή με το Ξωτικό μέσα μας, αφού και οι δύο είχαμε μεγαλώσει με ανθρώπους, και μετά όλη η γνώση των Ξωτικών θα ανοιγόταν μπροστά μας, με μοναδικό όρο να μην αποκαλύψουμε τίποτα. Μας άφησε περιθώριο να το σκεφτούμε, μιας και δεν ήταν τόσο απλή απόφαση. Στις υπόλοιπες ερωτήσεις μας, απάντησε με σύνεση και όπως αρμόζει σε ένα Ξωτικό, αν και ήταν φανερό ότι έκανε αγγαρεία. Είναι γνωστό ότι, για έναν αρχιερέα του Κάλντεθ, που πρέπει να είναι σε επαφή με τον έξω κόσμο και την φύση, θεωρείτε δυσμενής μετάθεση, ή και τιμωρία ακόμα, να τον στείλουν σε μιά μεγάλη πόλη των ανθρώπων να κρατάει έναν υπολειτουργούμενο ναό.
 Τον ρωτήσαμε άμα ο Αυτοκράτορας κρύβει την ιστορία και μας είπε ότι, ποτέ ο άνθρωπος δεν είχε επαφή με την Ιστορία και αυτά που κάνει, όπως να κρύβει κάποια Ιστορικά γεγονότα, ή να τα αλλοιώνει, το κάνει μεν για το καλό, αλλά για το καλό του ανθρώπου (και καμιά φορά μόνο μιας συγκεκριμένης μερίδας ανθρώπων), χωρίς να υπολογίζει τα υπόλοιπα πλάσματα και την φύση που τον περιβάλλει. Τον ρωτήσαμε γιατί δεν βοηθάνε τα Ξωτικά του Ρασίντ, μα μας είπε πως οι δύο φυλές δεν έχουν επαφή και ποτέ δεν τους ζήτησαν την βοήθεια τους. Τέλος, ρωτήσαμε για το μουσικό κουτί και μας είπε ότι αυτό το κουτί ανοίγει το νεκροταφείο των Δράκων, πράγμα που ήδη είχαμε μάθει και ότι, σύμφωνα με κάποιες δοξασίες, είναι ικανό να κάνει μεγάλο καλό. Μας υπενθύμισε ότι, αποστολή μας δεν ήταν να το κόβουμε βόλτες πέρα δώθε, σε όλο τον γνωστό κόσμο, αλλά να το πάμε στα ερείπια των Ξωτικών, βόρεια της ερήμου. Δαγκώθηκα λίγο, αλλά αποφασίσαμε να την ολοκληρώσουμε και αυτήν την αποστολή, με το που βρούμε το δεύτερο δάκρυ της Μαργκό. Τον ευχαριστήσαμε και φύγαμε για φαί και ξεκούραση στο πανδοχείο.
 Εκεί μας περίμενε η Νούρια. Δεν πρόλαβα να καθίσω και η Ιρίκα με έπιασε από τα μούτρα και άρχισε να με ρωτάει γιατί εμένα με δέχτηκαν στον ναό του Κάλντεθ και τον Κάσπερ όχι. Οπότε άρχισα να της διηγούμαι την ιστόρια του πατέρα μου Ελάιτζα και της μητέρας μου Ιστάρρας, η οποία ήταν μισό-Ξωτικίνα και για τα πρώτα δεκατρία χρόνια της ζωής μου, ζούσα μαζί τους. (Σ.τ.σ. : Βλέπε τα διηγήματα και τα ποιήματα μου για την Ιστάρρα και τον Ελάιτζα που περιλαμβάνονται στον τόμο Το Ιστορικό του Βάρδου - Εκδόσεις Ελεύθερος Ήλιος). Έπειτα καθίσαμε και οργανωθήκαμε λίγο, γιατί καταλάβαμε ότι όλες οι βόλτες μας δεν μας έβγαλαν πουθενά. Οπότε αποφασίσαμε να φάμε, να ξεκουραστούμε λίγο και μετά να πάμε ξανά στους ναούς να ρωτήσουμε ότι είχαμε ξεχάσει την πρώτη φορά. Επίσης συζητήσαμε με την Ιρίκα άμα θα υποβληθούμε στην δοκιμασία των Ξωτικών, μα αυτή αρνήθηκε, σε αντίθεση με εμένα. Προτείναμε και στην Νούρια να μας ακολουθήσει στους ναούς. Της αναφέραμε τα όσα είχαμε συζητήσει με την αρχιέρεια του Όλιβα και την πρόταση της να επισκεφτεί τον ναό του Βόλφερ. Η αντίδρασή της ήταν πολύ χειρότερη από ότι περιμέναμε. Θεώρησε ότι όλοι παρεμβαίνουν στην ζωή της και αρνήθηκε οτιδήποτε είχαμε να προτείνουμε. Προτίμησε να επισκεφτεί το σπίτι της Φαίυ, το οποίο ήταν πλέον μουσείο, με την οποία είχε μια πολύ μακρινή συγγένεια. Ήθελα να την ενημερώσω ότι, σύμφωνα με μελέτες των επιστημόνων και των βιολόγων, μετά από εφτά γενεές, οι απόγονοι χάνουν όλα τα χαρακτηριστικά των προγόνων τους, στην ουσία δεν έχουν καμία επαφή με αυτή την ρίζα. Άρα, άμα αναλογιστούμε πότε έζησε η Φαίυ, είχαν περάσει πολύ περισσότερο από εφτά γενιές (μπορεί να πέρασαν και εβδομήντα γενιές!) οπότε το αίμα της Φαίυ μέσα στην Νούρια θα ήταν τόσο, όσο υπήρχε και μέσα στον Ίνκυ! Δεν το είπα όμως, γιατί η κατάσταση ήταν ήδη αρκετά τεταμένη μεταξύ μας και καλύτερα θα ήταν να μην την τέντωνα παραπάνω. Άλλωστε το ένιωθα ότι σύντομα η αγαπητή μου εξαδέλφη θα μας αποχωριζόταν.
 Ξαναπήραμε σβάρνα τους ναούς. Πήγαμε στον ναό του Κάλντεθ και δήλωσα ότι θα συμμετέχω στο τελετουργικό. Μου είπαν ότι την άλλη μέρα, με την πρώτη αχτίδα του Ηλίου θα πρέπει να βρίσκομαι εκεί. Έπειτα πήγαμε στον ναό της Μαργκό, όπου και ρίξαμε τις μάσκες, είπαμε εν τάχει (πολύ τάχει, για την ακρίβεια είπα συμβάντα τριών μηνών με μια ανάσα και μετά ήπια δυό κουβάδες νερό) και ρωτήσαμε για το σπαθί της Μαργκό, το οποίο είχε στην κατοχή του ο Κάσπερ. Το καημένο το σπαθί, είχε χάσει την λάμψη του στα χέρια του Κάσπερ. Με το που το έπιασε η ιέρεια της Μαργκό ξαναφώτισε σαν λαμπάδα. Έπειτα το επέστρεψε στον Κάσπερ και του είπε πως ευθύνη του είναι να το ξεκλειδώσει. Τέλος επιστρέψαμε στον ναό του Όλιβα, όπου η Ιρίκα με την αρχιέρεια με έπεισαν να παραδώσω το μαγικό, μοχθηρό σπαθί μου. Δέχτηκα, αλλά μόνο με τον όρο να παραδώσουν κι αυτοί τον πάπυρο επίκλησης του Κάθαργκιλ και το εγχειρίδιο της προδοσίας του σκοτεινού ιερέα Κάλντορ. Και φυσικά με τον όρο να το παραδώσω στον ναό των Χάνσι και Μαρσάλα και όχι σε κανέναν άλλο φλώρο! Πριν φύγουμε από τον ναό του Όλιβα, η αρχιέρεια μας ενημέρωσε ότι μίλησε με τον άντρα της και της είπε ότι ο Ίνκυ μια χαρά τα πάει με την "εκπαίδευση" του στον ναό του Άζραελ. Μας έδωσε κι ένα μενταγιόν, σαν δώρο, το οποίο θα αναγνώριζε την κακία σε οποιονδήποτε, ή οτιδήποτε είχε απέναντι του. Διαφώνησα με την χρήση του, γιατί είναι πολύ σχετικό τι μπορεί να θεωρηθεί κακό, πόσο μάλλον από ένα άβουλο μενταγιόν, αλλά στο τέλος έκανα την υποχώρηση μου. Περάσαμε και από τον ναό των Βάρδων, όπου έδειξαν ενθουσιασμένοι με το απρόσμενο δώρο, μου υποσχέθηκαν ότι θα το μελετήσουν για το καλό της επιστήμης και εγώ με την σειρά μου υποσχέθηκα ότι, σε ένα χρόνο ακριβώς, θα περάσω να το ξαναδώ.
 Τελειώσαμε με τους ναούς και πήγαμε και μαζέψαμε την Νούρια από το σπίτι της Φαίυ όπου την είδαμε να κάθεται και απλά να χαζεύει το μουσείο γύρω της. Πήγαμε μετά και βρήκαμε τον Έρικ ο οποίος δήλωσε ότι θα μείνει στους στρατώνες των νεοκαταταχθέντων. Τέλος πήγαμε στον ναό του Άζραελ. Ότι είπα για τον ναό του Όλιβα ξεχάστε τα. Εδώ ήταν η πραγματική πηγή όλων όσων προανέφερα. Τι πανοπλίες με δράκους και κράνη με κέρατα, τι ασπίδες με φλόγες και τελετουργικά αίματος, όλα μαζί συνέθεταν την απόλυτη κρυφό-ομοφυλοφιλική κιτσιά. Είχαμε έρθει στον ναό όπου το πιο φυσιολογικό πράγμα ήταν να αλείφεις με λάδι τα πρησμένα μούσκλια του γυμνού κορμιού του συναδέλφου σου, να αποτριχώνεις το σώμα σου και να φοράς δερμάτινα εσώρουχα με κίνδυνο να συγκαούν τα απαυτά σου. Και μετά από όλα αυτά, για να αποδείξεις και να νιώσεις άντρας, να ζαπακιάζεις στο ξύλο τον πρώτο φουκαρά που ήρθε αναζητώντας εκπαίδευση, εφαρμόζοντας, παράλληλα, επάνω του όλες τις σκοτεινές αρετές της παιδοτριβίας. Αυτά, πάνω κάτω, έπαθε κι ο Ίνκυ. Όταν τον βρήκαμε ήταν πρησμένος, μελανιασμένος και τόπι από το ξύλο. Η Ιρίκα άφησε ένα δάκρυ να κυλήσει στο δροσερό της μάγουλο, μα ο Ίνκυ της είπε "Μην κλαις για μένα Ιρίκα, για σένα το κάνω, εδώ μέσα θα γίνω πραγματικός άντρας. Μέχρι να συνεχίσουμε την αποστολή μας εγώ θα μείνω εδώ." Είχε καρύδια ο μικρός.
 Κάναμε μια τελευταία βόλτα στην πόλη και γυρίσαμε για ξεκούραση στο πανδοχείο. Στην ταβέρνα του πανδοχείου μάθαμε κάποια πράγματα για το τι συνέβαινε στον κόσμο. Μάθαμε ότι στον βορρά οι αναταραχές είχαν αυξηθεί και μια ομάδα Όρκς είχε νικήσει για πρώτη φορά τον Αυτοκρατορικό στρατό και είχε διεκδικήσει ένα κομμάτι γης για τα ανεξάρτητα Όρκς. Ο Κάσπερ κοκκίνισε και θυμήθηκε το Γκάλνταμπολγκ. Μετά μάθαμε για μιά νέα σκοτεινή εκδικήτρια στο Ρασίντ που εκτελούσε άτομα του υποκόσμου. Ασυναίσθητα εγώ κοκκίνισα, για άλλους λόγους από τον Κάσπερ, πιό ορμονικούς και θυμήθηκα την Νταβ. Μετά από αυτά τα "ευχάριστα" κάναμε μια ανακεφαλαίωση της αποστολής μας και πήγαμε για ύπνο.
 Την επόμενη μέρα, στις 03/06, ξύπνησα από τα άγρια χαράματα και πήγα στον ναό των Ξωτικών, όπου με υποδέχτηκε ο αρχιερέας φορώντας μια τελετουργική ρόμπα. Με οδήγησε σε ένα εσωτερικό αίθριο όπου υπήρχε μιά λίμνη. Μέσα σε αυτή τη λίμνη έλαβε χώρο η αναβάπτισή μου. Με το που άγγιξαν οι σταγόνες του νερού το κεφάλι μου, μιά πελώρια δύναμη πλημμύρισε τον εγκέφαλό μου. Οράματα άρχισαν να εμφανίζονται μπροστά στα μάτια μου, τόσο ζωντανά που δεν ήξερα άμα θα άντεχα. Ένιωσα, όμως, την γνώριμη ζεστασιά των γονιών μου και αυτό μου έδωσε την δύναμη να ολοκληρώσω το τελετουργικό. Ξύπνησα σε ένα παγκάκι, παραδίπλα από την λιμνούλα. Πρέπει να έκλαιγα σαν μωρό παιδί. Είδα πράγματα τα οποία είχα ξεχάσει και άλλα που δεν ήμουν σίγουρος άμα είχαν συμβεί ή θα συνέβαιναν στο μέλλον. Ο αρχιερέας μου είπε ότι εγώ ήμουν αυτός που θα έδινε απαντήσεις σε όλα αυτά. Όταν τελείωσα με το τελετουργικό, τους ευχαρίστησα όλους. Ο αρχιερέας μου είπε ότι τώρα θα μπορούσα να έχω πρόσβαση σε οποιαδήποτε βιβλιοθήκη Ξωτικών, αρκεί να κρατούσα την ανάλογη εχεμύθεια. Επίσης, στον ύπνο μου θα μπορούσα να επαναφέρω αυτά τα οράματα όποτε το θελήσω. 
 Έξω από τον ναό με περίμεναν η Ιρίκα, με την Νούρια και τον Κάσπερ. Χάρηκα πάρα πολύ που τους είδα. Ήταν ακριβώς τα άτομα που χρειαζόμουν, μετά από την ψυχολογική και συναισθηματική φόρτιση του τελετουργικού. Με είδαν να ξεπροβάλω χαμογελαστός και ηρέμησε η αγωνία που είχαν στο πρόσωπο τους. Το μόνο που είπα ήταν "Κάν'το" στην Ίρικα. Εκείνη όμως προτίμησε να μην κάνει το τελετουργικό. Η αλήθεια είναι ότι, ενώ ήταν πιό πολύ Ξωτικό από μένα και χρησιμοποιούσε συχνά τις δυνάμεις που της προσέφερε το ιδιαίτερο αίμα της, δεν είχε χωνέψει τον αρχιερέα του Κάλντεθ και κάποιες απόψεις του για τους ανθρώπους. Γενικά, ένιωθε λίγο περίεργα για τα Ξωτικά που την είχαν παρατήσει χωρίς λόγο στο χωριό των Βαρβάρων, βόρεια του Κιλκιστάν.
 Την υπόλοιπη μέρα συνέχεια πειραζόμασταν. Η Ιρίκα μου έλεγε ότι άρχισαν να μεγαλώνουν τα αυτιά μου και εγώ της απαντούσα ότι άρχισε να φαρδαίνει ο πισινός της και να μοιάζει με χωριατοπούλα βουκόλα του βορρά. Με ρώτησαν τα παιδιά άμα θα πάω στην βιβλιοθήκη των Ξωτικών, αλλά το κρατούσα για πολύ μεγάλη ανάγκη. Άλλωστε, την γνώση που θα έπαιρνα εκεί, κανονικά δεν θα μπορούσα να την μοιραστώ με άλλους, για αυτό θα βόλευε ιδιαίτερα να έκανε και η Ιρίκα το τελετουργικό. Οπότε, άμα ήταν να ρισκάρω την συμπάθεια των Ξωτικών (ή και πολλά περισσότερα από αυτό), θα το έκανα μόνο γιά πολύ μεγάλη ανάγκη. 
 Καθίσαμε σε ένα πάρκο του εξωτερικού κύκλου, μέσα στη φύση και ανοίξαμε τους χάρτες. Πήγαμε στις σελίδες που έδειχναν τον Νότο, το Βασίλειο της Ερήμου. Εκεί είδαμε ότι μπορούσαμε να ακολουθήσουμε δύο διαδρομές. Ή να πάμε απευθείας στο μέρος που μας είχαν ενημερώσει ότι βρισκόταν το δεύτερο δάκρυ της Μαργκό, ένα ταξίδι που θα κρατούσε τέσσερις μήνες στην θάλασσα, ή θα μπορούσαμε να πάμε στο πρώτο λιμάνι που συναντάμε νότια της Κανάλ και μετά να συνεχίσουμε πεζοί, ακολουθώντας την βόρεια ακτή ως το προαναφερθέν σημείο. Αυτό το ταξίδι θα διαρκούσε δύο μήνες στη θάλασσα και άλλον ένα, περίπου, πεζοπορίας στην έρημο.(Σ.τ.σ. για τις τοποθεσίες και τις ονομασίες από τα μέρη που επισκεφτήκαμε, στο επόμενο τεύχος ο χαρτογράφος μου θα δημοσιεύσει τους χάρτες της αποστολής μας.)
 Επόμενη μας στάση ήταν το λιμάνι, εκεί όπου έκλειναν εισιτήρια για ταξίδια και ναύλωναν πλοία. Αφού ρωτήσαμε και μάθαμε για τις τιμές και τα δρομολόγια βρήκαμε δύο πλοία που θα έφευγαν σε πέντε μέρες προς την έρημο. Το ένα ήταν φορτηγό και θα μας άφηνε απευθείας στον προορισμό μας. Το εισιτήριο ήταν 100 χρυσά και θα κοιμόμασταν στο αμπάρι με τα προϊόντα. Το άλλο θα πήγαινε στο λιμάνι ακριβώς απέναντι από την Κανάλ και στοίχιζε 200 χρυσά νομίσματα, αλλά ο καθένας μας θα είχε την δική του καμπίνα. Το συζητήσαμε και όλοι συμφωνούσαν να πάμε με το εμπορικό πλοίο, που ήταν πιό φθηνό. Απαράδεκτο! Αυτά τα κάναμε όταν ήμασταν άφραγκοι, τώρα όμως είχαμε την ευχέρεια να χαρίσουμε μια τέτοια πολυτέλεια στους εαυτούς μας. Φυσικά, τους υπόλοιπους τους έπεισα με άλλα επιχειρήματα. Τους είπα ότι, εκτός από τις ανέσεις του καραβιού, τις καμπίνες και την ταβέρνα, θα είχαμε ευκαιρία να περπατήσουμε την έρημο, να γλυτώσουμε ένα μήνα ταξιδιού και γνωρίσουμε καλύτερα ένα Βασίλειο το οποίο θα βλέπαμε για πρώτη φορά. Έπειτα, έπεισα και τον ταξιδιωτικό πράκτορα να κατεβάσει την τιμή στα 150 χρυσά στον καθένα και ομόφωνα κλείσαμε θέσεις στο επιβατικό πλοίο.
  Είχαμε άλλες πέντε μέρες να ανακαλύψουμε την Κανάλ. Γυρίσαμε τα πάντα. Είδαμε μουσεία, πάρκα, αξιοθέατα. Πήγαμε και σε μία μάντισσα που διάβαζε παλάμες, φύλλα τσαγιού και άλλα τέτοια και μας είπε τα ζώδια μας και το μέλλον μας. Εκεί έμαθα ότι είμαι Σκορπιός με ωροσκόπο Σκορπιό. Φυσικά, δεν ξέρω τι ακριβώς σημαίνει αυτό, πάντως τα κορίτσια με έβριζαν και με έλεγαν "παλιοερωτύλο"! Δυό μέρες πριν το ταξίδι αποφασίσαμε να φάμε τα 80 από τα 1580 χρυσά που είχαμε στα πουγγιά μας, για κανένα συγκεκριμένο λόγο. Απλά για να κραιπαλιαστούμε και να κάνουμε πράγματα που δεν ξέραμε πότε θα τα ξανακάναμε! Πήραμε από 20 χρυσά, εγώ, η Νούρια, ο Κάσπερ, και η Ιρίκα και βγήκαμε και τα σπάσαμε στα μαγαζιά της Κανάλ. Ήμασταν βασιλιάδες. Άμα αναλογιστεί κανείς ότι με 1 χρυσό νόμισμα έπινες δέκα μπύρες ή έτρωγες έναν φασιανό σε καλό εστιατόριο, με τα 80 χρυσά είχαμε φάει μέχρι να σκάσουμε, είχαμε πιεί μέχρι να μην μας βαστάνε τα πόδια μας (εκτός από την Νούρια, η οποία προτίμησε να είναι πιό συντηρητική με το αλκοόλ, οπότε φάγαμε και το δικό της μερίδιο των χρυσών νομισμάτων)! Και, λίγο πρίν πέσουμε σε κώμα από το μεθύσι, πήρα τον Κάσπερ και πήγαμε σε έναν τελευταίο ναό που τον οφείλαμε στον εαυτό μας και στην αξιοπρέπεια μας σαν Άντρες, στον Ναό του Έρωτα, της Μαντάμ Ροζαλίτας! Δώσαμε όλα τα λεφτά που είχαμε πάνω μας στην Μαντάμ Ροζαλίτα (ευτυχώς που τα υπόλοιπα τα κρατούσε η Ιρίκα) και απολαύσαμε κάθε μορφής σαρκική ιεροτελεστία, από ιέρειες ντυμένες με αραχνοΰφαντα λευκά και διάφανα (ας πούμε) φορέματα, πρόθυμες να ικανοποιήσουν κάθε πνευματική αναζήτηση που σήκωνε το πορτοφόλι σου. Ευτυχώς, το δικό μας εκείνο το βράδυ, σήκωνε πολλές!
 Ο ήλιος είχε ανέβει αρκετά ψηλά και τα κοκόρια κακάριζαν για ώρες, όταν μαζευτήκαμε στο σπίτι με τον Κάσπερ. Τα χαμόγελα, που ήταν μόνιμα κολλημένα στο πρόσωπό μας, δεν περιγράφονταν! Πέσαμε σαν κούτσουρα για ύπνο. Ευτυχώς που κοιμόμασταν σε ξεχωριστά δωμάτια με τα κορίτσια και δεν τα ξυπνήσαμε, αφού στο διάβα μας παρασύραμε κομοδίνα, τραπεζάκια, καρέκλες, πατάκια, σάκους και ότι άλλο μπορεί να υπήρχε στο δωμάτιο. Ξυπνήσαμε αργά το μεσημέρι και πήγαμε να φάμε. Έπειτα, περάσαμε από τους στρατώνες όπου ο Έρικ μας δήλωσε ότι θα αναζητούσε μια καινούργια τύχη, στις γραμμές του Αυτοκρατορικού στρατού. Μετά κατευθυνθήκαμε στον ναό του Άζραελ όπου, ο Ίνκυ μας περίμενε. Τον είδαμε και δεν τον γνωρίσαμε! Ήταν, κυριολεκτικά, τούμπανο από την γυμναστική και την εκπαίδευση. Φορούσε μιά ολοκαίνουργια, γυαλιστερή πανοπλία στα μέτρα του, με ειδική θήκη για να περνάει το καινούργιο του δίχειρο σπαθί, πίσω από την πλάτη του, ενώ δεν κρατήθηκε και έκανε λίγο επίδειξη στην Ιρίκα, δείχνοντας τους εφτά διαφορετικούς τρόπους που έμαθε να ξεσπαθώνει και να ξανακρύβει το σπαθί στο θηκάρι του. Τέλος, μαζέψαμε τα πράγματα μας και κοιμηθήκαμε νωρίς. Την επομένη ταξιδεύαμε προς την μυθική Έρημου του Νότου! Ήμασταν ενθουσιασμένοι.
 Το πρωί, στις 08/06, φτάσαμε στο καράβι, πληρώσαμε 750 χρυσά για την διαμονή μας, επιβιβαστήκαμε και ξεκινήσαμε. Οι καμπίνες μας ήταν εκπληκτικές. Πιό ωραίες από κάθε δωμάτιο πανδοχείου που είχαμε κοιμηθεί μέχρι τότε. Ο Ίνκυ κοιτούσε και δεν το πίστευε. Τελικά τι είναι η ζωή. Τον χειμώνα τον μαζέψαμε από τους υπονόμους και τώρα ήταν Ιππότης του Άζραελ και ταξίδευε με το πιό πολυτελές πλοίο του Νότιου Ωκεανού. Όχι ότι κι εμείς διαφέραμε. Και το Κιλκιστάν ήταν μόλις ένα επίπεδο πάνω από αυτό που ζούσε ο Ίνκυ. Απλά αυτουνού η μοίρα του επιφύλασσε πολλές ακόμα αλλαγές που ούτε καν τα φανταζόταν ποτέ.
 Μάλλον αυτά σκεφτόταν και ο ίδιος και, το ίδιο απόγευμα, μας ρώτησε, με συνοφρυωμένο ύφος, τι σημαίνει να είσαι Καλικάντζαρος, τι άνθρωπος, τι Ξωτικό και ούτω καθεξής. Θύμωσα, γιατί σκέφτηκα ότι αυτά τα κακομαθημένα κωλόπαιδα, στον ναό του Άζραελ, τον κορόιδευαν που ήταν καλικάντζαρος. Τα φαντασμένα τρυφερά αγοράκια, που μιά ζωή θα την περνούσαν μέσα σε έναν ναό "εκπαιδευόμενα", κορόιδευαν τον Ίνκυ μας, τον φίλο μας, τον καλικάντζαρο που είχε περάσει κάθε είδους κακουχία, που είχε γλυτώσει τρεις φορές απο τα νύχια του θανάτου, που τα είχε βάλει με δύο δίμετρα Νίθιανς αψηφόντας κάθε φόβο και κίνδυνο, που είχε σφάξει μόνος του μία Αρπυία (και την είχε μαγειρέψει με εκπληκτικό τρόπο) και ένα Δρακογεννημένο, που είχε δει το νησί της φωτιάς να βυθίζεται, που είχε επιζήσει ενάντια σε όλα τα προγνωστικά, αυτά τα μαμόθρεφτα τον βρήκαν μικρό και μόνο του, ενώ αυτοί ήταν ομάδα και τον κορόιδευαν! Για άλλη μιά φορά σιχαινόμουν το ανθρώπινο είδος. Άμα θέλαμε, μπορούσαμε να γίνουμε χειρότεροι και από Καλικάντζαρους και από Τελώνια, γινόμασταν χειρότεροι και από ζώα. Τελικά συγκράτησα τον θυμό και την οργή μου και απάντησα στον Ίνκυ ότι αυτό που ρώτησε δεν σημαίνει απολύτως τίποτα. Είναι μέρος μιας μεγαλύτερης φυσικής επιλογής. Η φύση προνοεί και, για να υπάρχει μια ισορροπία στον κόσμο μας, δημιουργεί πολλά και διαφορετικά πλάσματα. Άλλοι γίνονται Ξωτικά, άλλοι άνθρωποι και άλλοι Καλικάντζαροι. "Και τότε, πως ζούμε σε έναν κόσμο ελεύθερων επιλογών;" ρώτησε ο Ίνκυ. "Μα, ασχέτως πως μας έπλασε η φύση, έχουμε την δυνατότητα να επιλέξουμε τι πορεία θα ακολουθήσουμε στη ζωή μας. Εσύ επέλεξες να είσαι στην ομάδα μας και επέλεξες να λάβεις την εκπαίδευση του Άζραελ, χωρίς να βρεις καμία αντίρρηση." είπα και συμπλήρωσε η Ιρίκα "Άσχετα από το άμα είσαι Καλικάντζαρος ή Ξωτικό ή Δράκος, για πάντα θα είσαι ο Ίνκυ, ο φίλος μας, σύντροφος μας στην μάχη, στην χαρά, στο ταξίδι. Αυτό να το θυμάσαι για πάντα." Αυτά είπε η Ιρίκα και σε μιά έκρηξη συγκίνησης, πήρε τον Ίνκυ στην αγκαλιά της, αφήνοντας το δάκρυ να τρέχει κορόμηλο.
 Η πρώτη βδομάδα πέρασε ευχάριστα, μα ήδη είχαμε αρχίσει να βαριόμαστε. Ήμασταν άνθρωποι της δράσης, όχι της καλοπέρασης. Γνωρίσαμε τον καπετάνιο, τον Κόρομπαρ (τι αστείο όνομα!), και το μισό πλήρωμα. Ήδη, η δεύτερη εβδομάδα μας βρήκε να μη ξέρουμε πως να περάσουμε τον καιρό μας. Η Νούρια αποφάσισε να πιάσει δουλειά στο πλοίο. Ο Κόρομπαρ συμφώνησε και μας επέστρεψαν το αντίτιμο του εισιτήριου της. Εγώ κάθε βράδυ έπαιζα μουσική στο διάλειμμα των μουσικών του πλοίου, σε σημείο που, κάποιες βραδιές κρατούσα όλο το πρόγραμμα μόνος μου. Κάθε μέρα, καθόμασταν με την Ιρίκα, τον Ίνκυ και τον Κάσπερ και ανακεφαλαιώναμε τι είχαμε να κάνουμε. "Έχουμε και λέμε" έλεγε κάποιος και αρχίζαμε να σημειώνουμε "έχουμε να πάμε σε αυτήν την τοποθεσία, στην βόρεια ακτή της ερήμου και να βρούμε το δεύτερο δάκρυ της Μαργκό. Με τα δύο δάκρυα πρέπει να ευλογήσουμε και να εξυγιάνουμε τρεις, μέχρι στιγμής τοποθεσίες. Την Ονιάλ, την σαρκοφάγα νύμφη του δάσους στο ζιγκουράτ της Βόρειας Ερήμου. Επίσης στο ζιγκουράτ πρέπει να καθαρίσουμε την στάμπα από το αίμα του πατέρα Κέανοθ. Να γιατρέψουμε τα Ξωτικά στους υπονόμους του Ρασίντ. Να πάμε στα ερείπια των Ξωτικών, στους παγετώνες του Βορρά, πάνω από την έρημο των Μίκου, να αφήσουμε το Μουσικό Κουτί, γνωστό και ως Κλειδί της Συλβάννα. Να ξεκλειδώσουμε τις δυνάμεις του σπαθιού της Μαργκό, γνωστού και ως το Ψήγμα Φωτός. Να ξαναβρούμε το Γκάλνταμπολγκ, γιατί δικιά μας ευθύνη ήταν που έπεσε στα χέρια των Όρκς. Πάντα στο τέλος, σημείωνα στο μυαλό μου ότι πρέπει να βρω και τους γονείς μου και φαντάζομαι πως δεν ήμουν ο μόνος που πρόσθετε μιά ακόμα, ιδιαίτερη αποστολή από μέσα του.
 Ο πρώτος μήνας ταξιδιού είχε περάσει και όπου νά'ναι θα κάναμε μιά στάση σε ένα μικρό σύμπλεγμα νησιών, το οποίο ήταν τουριστικό θέρετρο, για μιά εβδομάδα. Στις 09/07, το καράβι έδεσε στα νησάκια. Κατεβήκαμε για να δούμε το μέρος, αλλά απογοητευτήκαμε. Ήταν μιά πόλη γύρω από το λιμάνι με συμπαθητικά μικρά, φιλήσυχα σπιτάκια και μετά την πόλη, το υπόλοιπο νησί ήταν καλυμένο από άγρια βλάστηση. Δεν είχε τίποτα για εμάς. Ήταν ένα μικρός παράδεισος, όπου ζούσαν συνταξιούχοι ιερείς, ήρωες και άνθρωποι της περιπέτειας, καθώς και δημόσιοι υπάλληλοι της Κανάλ που ξόδευαν εδώ την θερινή τους άδεια. Τρόμαζα στην σκέψη ότι και εγώ έτσι θα καταντούσα. Πιό πολύ τρόμαζα όταν έβλεπα τα βλέμματα των τέως ηρώων να ζηλεύουν την δροσιά μας, τα όπλα που είχαμε στην πλάτη μας, το ηλιοκαμμένο, μολωπιασμένο και με ουλές, δέρμα μας. Ενώ αυτοί τα είχαν παρατήσει όλα αυτά και τώρα έτρεχαν πίσω από τα αφηνιασμένα εγγόνια τους, μην τυχόν και καταπιούν κανένα κουμπί, ή φάνε χώμα από το παρτέρι με τα φοινικόδεντρα!
 Με τα λεφτά που έβγαλα παίζοντας μουσική στο καράβι, κέρασα τα παιδιά ένα γεύμα με ντόπια κρασιά και εδέσματα θαλασσινών, το οποίο ήταν πραγματικά αξιόλογο. Στην ταβέρνα μάθαμε ότι μέσα στην ζούγκλα, που ξεκινούσε μετά το λιμάνι υπήρχε ένας πανάρχαιος ναός. Κατευθείαν το αισθητήριο της περιπέτειας, που είχαμε έμφυτο μέσα μας, μας έφερε φαγούρα στις παλάμες και αυτή τη περίεργη πείνα, που δεν εδρεύει στο στομάχι, αλά στην καρδιά! Άλλωστε, όπως είχα πει μια φορά και στην αγαπημένη μου ξαδέρφη, όταν σου προσφέρουν το παγωτό της περιπέτειας, το γλύφεις πριν λιώσει. Ο ναός, όπως μάθαμε, ήταν αφιερωμένος στον Αμντέους. Αυτός ο θεός είχε αλλάξει πολλές μορφές, αγγελικές και δαιμονικές. Λέγεται ότι υπάρχουν ακόμα πιστοί, που πίστευαν σε αυτές τις αρχέγονες μορφές του Αμντέους, οι οποίες δοξάζονταν στις πρωτόγονες κοινωνίες, σε διάφορους ναούς. Ένας από αυτούς τους ναούς ήταν και αυτός, στον οποίο, μάλιστα, συζητούσαν οι κάτοικοι του νησιού ότι είχε δοθεί και μιά θρυλική μάχη του θεού Αμντέους, με μιά αντίπαλη του θεότητα, τον Έρνιοθ. Εκτός από αυτούς τους θεούς, ο ναός αυτός φιλοξένησε πολλούς θεούς και ακόμα περισσότερους δαίμονες.
 Δεν χρειαζόμασταν περισσότερα για να πειστούμε! Αμέσως πακετάραμε, αγοράσαμε ένα μενταγιόν με εγκλωβισμένο μαγικό φως, το οποίο, όπως μας εγγυήθηκε ο έμπορος, φώτιζε σε ακτίνα δέκα μέτρων με ένα γλυκό γαλακτόχρωμο φως και, πριν προλάβει να απογευματιάσει ακόμα, ξεκινήσαμε για την ζούγκλα. Άλλωστε είχαμε περιορισμένο χρόνο. Το καράβι έφευγε σε μιά βδομάδα και το ταξίδι μέχρι τον ναό διαρκούσε, κοντά δυό μέρες. Η Νούρια μας δήλωσε ότι δεν θα μας ακολουθούσε. Την καταλάβαινα. Σχεδόν ένα μήνα είχε ξεπατωθεί να δουλεύει στο καράβι. Οπότε θα εκμεταλλευόταν αυτή τη παύση μιας βδομάδας, με το να ξεκουράζεται στο καράβι. Η αλήθεια είναι ότι, από τότε που είχαμε ξεκινήσει την περιπέτεια μας, αυτή ήταν η πρώτη φορά που την έβλεπα πραγματικά ευτυχισμένη. Κουραζόταν κάθε μέρα, μα κάθε βράδυ έπεφτε ικανοποιημένη για ύπνο. Επίσης, όταν τελείωνε η βάρδια της στο καράβι, ερχόταν να μας βρει και έβλεπα την χαρά να πλημμυρίζει το πρόσωπό της. Έλαμπε! Σε αντίθεση με εμάς τους αργόσχολους, που ψάχναμε τρόπο να περάσουμε τον χρόνο μας στην θάλασσα. Ίσως αυτό να ήταν που της ταίριαζε και, ποιός ξέρει, ίσως μια μέρα να ανέβαινε στα στρώματα και στους βαθμούς του πλοίου και γινόταν μια δεινή καπετάνισσα, μια θρυλική καραβοκύρισσα που οι βάρδοι θα εξυμνούν με ελεγείες στα καπηλειά των λιμανιών. Με αυτές τις σκέψεις να γεμίζουν το μυαλό μου και να ζεσταίνουν το στήθος μου με ευχαρίστηση και περηφάνια για την ξαδέρφη μου, την αποχαιρέτησα και ξεκινήσαμε για τον ναό.

Comments

Athar Vulrax said…
Καλησπέρα σας. Το έκτο μέρος δημοσιέυτηκε και αύριο θα είναι έτοιμο και το έβδομο. Λάτρεις των διηγημάτων φαντασίας, αυτή είναι η εβδομάδα σας. Τρία ποστς... άντε τυχερούληδες, ποιός την χάρη σας!

Popular posts from this blog

Heroic Fantasy: Mini review or pure fun?

Heroic Fantasy: The Dragonlance Experiment

Dungeons & Delvers: Mighty heroes & Magic Potatoes