Το Ημερολόγιο Του Βάρδου (μέρος τρίτο)

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Γεννήθηκα σε ένα κόσμο της
Ευτυχίας και της μιζέριας
Εκεί που όλα κάνουν κύκλους
Η αίσθηση της ζωής μοιάζει να είναι
Ένα άγνωστο μυστήριο
Με τα πάνω και τα κάτω
Τα καλά και τα κακά πράγματα

Ζώντας, αγαπώντας
Κλαίγοντας και θρηνώντας
Τελικά ο κύκλος κλείνει

Ο κύκλος της ζωής
Άλλη μια ευκαιρία, άλλη μια προσπάθεια
Ο κύκλος της ζωής
Καθώς οι στιγμές περνάνε
Ο κύκλος της ζωής
Άλλη μια αγάπη, άλλο ένα ψέμα
Ο κύκλος της ζωής
Θα καταλήξουμε στον παράδεισο

Τι θα έρθει και τι θα είναι
Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει.
Το μέλλον δίνει απαντήσεις σε όλες τις ερωτήσεις
Κάποιοι μπορεί να διαλέξουν μια απλή ζωή
Κάποιοι αποφασίζουν να πεθάνουν
Κάποιοι πάντα θα ψάχνουν για τους λόγους

Ζώντας, αγαπώντας
Κλαίγοντας και θρηνώντας
Τελικά η τελευταία κουρτίνα πέφτει

Ο κύκλος της ζωής
Άλλη μια ευκαιρία, άλλη μια προσπάθεια
Ο κύκλος της ζωής
Καθώς οι στιγμές περνάνε
Ο κύκλος της ζωής
Άλλη μια αγάπη, άλλο ένα ψέμα
Ο κύκλος της ζωής
Θα καταλήξουμε στον παράδεισο

Ώρα είναι να ανοίξω τα φτερά μου και να μάθω να πετάω
Προσπαθώ να τα αφήσω όλα πίσω
Ώρα είναι να μπω στο στάδιο της ζωής
Όλος ο κόσμος είναι δικός μου

Θα πάρω το τρένο για οπουδήποτε
Θα περάσω από παραδείσους και από κολάσεις
Θα ακολουθήσω το δρόμο μου και δεν με ενδιαφέρει
Αν νικήσω ή αν αποτύχω

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

 Μουδιασμένοι από τα τελευταία γεγονότα, αρχίσαμε πάλι να ανεβαίνουμε το βουνό. Για δύο μέρες τραβήξαμε όλες τις κακουχίες και φτάσαμε στην κορυφή όπου μας περίμενε μια ευχάριστη και, αναμφίβολα, αναπάντεχη έκπληξη. Εκεί στην κορυφή του βουνού είδαμε τον Κάσπερ. Με σάρκα και οστά, με αίμα να κυλάει στις φλέβες του! Μας διηγήθηκε όλη του την περιπέτεια, για το πως βρέθηκε στο θέατρο των θεών, όπου οι Χάνσι και Μαρσάλα, οι δύο Άφθαρτοι Βάρδοι του τραγούδησαν πέντε κομμάτια και του ζήτησαν να διαλέξει ένα. Με το που διάλεξε το κομμάτι, απευθείας διάλεγε και μια αποστολή.
 Το κομμάτι που διάλεξε μου το είπε κι εμένα, γιατί η αποστολή του ήταν να πάμε και να το ερμηνεύσουμε σε έναν ιερέα της Μαργκό, στον Κίραν. Με το που το άκουσε αυτό η Νούρια, τα μάτια της θόλωσαν, το μυαλό της γύρισε ανάποδα και η παράνοια έκανε εμφανή τα σημάδια της στο πρόσωπό της. Εγώ με την Ιρίκα προσπαθήσαμε να την καλμάρουμε αλλά κάθε μας προσπάθεια ήταν μάταιη. Η Νούρια είχε αποφασίσει να αφήσει την παρέα μας και να συνεχίσει μόνη της. 
 Συνολικά περάσαμε άλλες δύο μέρες με τον Κάσπερ στην κορυφή του βουνού. Έπειτα, άλλες τρεις μέρες κατεβαίναμε το βουνό με την Νούρια, ώσπου φτάσαμε περίπου στο σημείο όπου είχαμε συναντήσει τα Όρκς. Η αλήθεια είναι ότι δεν ήμασταν υποχρεωμένοι να ξανά γυρίσουμε πίσω, αλλά άμα την αφήναμε μόνη της δεν θα επιβίωνε στις σκληρές συνθήκες του βουνού. Εκεί είχαμε άλλη μια κουβέντα όπου δεν έβγαινε κανένα νόημα. Αποφασίσαμε να κατασκηνώσουμε με την Νούρια εκεί, μήπως και την μεταπείσουμε.
 Την πρώτη μέρα, την έπιασα στην κουβέντα προσπαθώντας να της δείξω ότι αυτό είναι το πεπρωμένο της. Ποτέ δεν κατάλαβα για πιο λόγο διαφώνησε. Υποτίθεται ότι άμα έμενε στο Κιλκιστάν, το μόνο πράγμα που θα της επιφύλασσε η μοίρα θα ήταν ένας γάμος με κάποιον χοντρό έμπορο. Έτσι ξεκινήσαμε να βρούμε το πεπρωμένο μας στην περιπέτεια (και φυσικά να βρει και η ίδια τον Κίραν, τον οποίο αγαπούσε κρυφά). Και τώρα που όλα τα σημάδια του πεπρωμένου, όλοι αυτοί οι οιωνοί, το όνειρο του γέρου και της Ξωτικίνας, η εύρεση του Μουσικού Κουτιού, η νεκρανάσταση του Κάσπερ και η αποστολή του να βρει τον Κίραν, μας ανέθεταν μια αποστολή, η Νούρια δεν άντεξε το βάρος της ευθύνης και δείλιασε κι αποχώρησε. Ήταν ένας μαχητής που είχε χάσει την πίστη της. Που είχε χάσει την πίστη στον ίδιο της τον εαυτό. 
 Αυτό είχε σαν συνέπεια, εκεί που μιλούσαμε να μας πλησιάσει η Ιρίκα και να μας πεί ότι το πνεύμα της Νούρια είχε αρχίσει να αποχωρεί απο το σώμα της σιγά σιγά. Η Ιρίκα αυτό μπορούσε να το παρατηρήσει σαν σαμάνος που ήταν, αλλά και εμείς που δεν είχαμε τέτοιες μεθόδους επικοινωνίας με τα πνεύματα, παρατηρήσαμε ότι η μορφή της Νούρια θόλωνε, γινόταν πιο φασματική. Με τα πολλά, αυτή η θολούρα κατέληξε με την ολοκληρωτική εξαφάνιση της Νούρια μπροστά στα μάτια μας. Όπως είπε και η Ιρίκα, η Νούρια οδηγήθηκε σε άλλο κόσμο μακρυά από τον δικό μας.
 Μην ξέροντας τι να κάνουμε, οργανώσαμε ένα πρόχειρο συμβούλιο. Εκεί αποφασίσαμε να ψάξουμε να βρούμε την Νούρια ακόμα κι αν αυτό σήμαινε να πάμε σε μία άλλη διάσταση! Πρώτα όμως έπρεπε να τελειώσουμε την αποστολή που είχαμε αναλάβει, για αυτό και η Ιρίκα μας έβαλε να ορκιστούμε σε οτιδήποτε πίστευε ο καθένας μας, ότι κανένας δεν θα άφηνε ξανά την ομάδα, όποια απόφαση κι αν έπαιρνε. Οπότε ξανά ανηφορήσαμε την γνώριμη, πλέον, βουνοπλαγιά και μετά από δυο μέρες, στις 17/2, φτάσαμε στην κορυφή. Κατασκηνώσαμε και μαζέψαμε δυνάμεις για την επόμενη, ιστορική μέρα. Ήταν η μέρα που θα περνούσαμε επιτέλους στην άλλη πλευρά του βουνού.
 Η κατάβαση διήρκεσε 2 μέρες οι οποίες κύλισαν ομαλά, χωρίς καμμία περίεργη συνάντηση. Το μόνο που μας έκανε εντύπωση ήταν η ζέστη που αυξανόταν εκπληκτικά όσο κατεβαίναμε. Όταν φτάσαμε κάτω το μόνο που αντιμετωπίσαμε ήταν χώμα. Ούτε βλάστηση, ούτε υγρασία, ούτε ... τίποτα! Μόνο γή, άγονη, στεγνή. Αποφασίσαμε να συνεχίσουμε την πορεία μας ανατολικά όμως δεν υπήρχε τίποτα στον ορίζοντα να βάλουμε ως ορόσημο. Ο Κάσπερ ισχυρίστηκε ότι έβλεπε μια όαση στο βάθος. Φοβηθήκαμε μην είναι οφθαλμαπάτη, αλλά ευτυχώς κι εμείς την είδαμε οπότε αποφασίσαμε να κινηθούμε προς τα εκεί.
 Την δεύτερη μέρα της πορείας μας η Ιρίκα μας πληροφόρησε ότι έβλεπε κι άλλα πνεύματα να μεταναστεύουν και να ακολουθούν την ίδια πορεία με εμάς. Αυτό μάλλον σήμαινε πως ήμασταν σε καλό δρόμο. Συνεχίσαμε να προχωράμε και, στις 23/2, πετύχαμε ένα περίεργο χωριό μπροστά μας. Στην αρχή ήμασταν επιφυλακτικοί, αλλά η ανάγκη για να ξαπλώσουμε σε μαλακό κρεβάτι και να πιούμε ένα ζεστό ρόφημα ήταν πιό ισχυρή. Τελικά το χωριό που είχαμε μπροστά μας ήταν ένας καταυλισμός μιας νομαδικής φυλής της περιοχής που ονομάζονταν Μίκου. Μας υποδέχτηκαν με ιδιαίτερα φιλόξενο τρόπο και γνωρίσαμε τον Αλακάρ, τον αρχηγό τους ο οποίος ήταν πρόθυμος να μας λύσει όλες μας τις απορίες. Σαν ένα τελετουργικό φιλίας και καλωσορίσματος, μας έδωσαν αλάτι το οποίο σκορπίσαμε γύρω μας. Αυτή η κίνηση ήταν ένας συμβολισμός ότι οι προθέσεις μας ήταν καλές.
 Μαζί με τον Αλακάρ γνωρίσαμε και την Ασμάρα, η οποία ήταν ο Μύστης της φυλής Μίκου. Μάθαμε για το πως ζούνε οι νομάδες και οι βεδουίνοι της ερήμου, για τον Κουρ τον θεό τους και για την Κούριαν την γλώσσα τους. Επίσης μάθαμε σημαντικές πληροφορίες για την αποστολή μας, όπως που θα βρούμε τον Κίραν και τα Ερειπωμένα Χαλάσματα. Τα Χαλάσματα ήταν ένας κτίριο των Νίθιανς, μιας αρχαίας φυλής που ζούσε από την Αρχή του Κόσμου σε αυτά τα μέρη και έπειτα εξαφανίστηκε μαζί με το χώμα που κάλυψε την έρημο. Λέγεται ότι είχαν αναπτύξει τόσο πολύ την επιστήμη και την τεχνολογία τους, που έγιναν τόσο αλλαζονικός σαν λαός και χλεύασαν τους ίδιους τους δημιουργούς του Σμαραγδιού. Σαν μια ύστατη πράξη εξιλέωσης είχαν χαρίσει αυτά τα Κτίσματα στους Ανθρώπους, οι οποίοι και τα χρησιμοποίησαν σαν Ναό για όλες τις γνωστές θεότητες, του Φωτός και του Σκότους. Έπειτα μιά μεγάλη Προδοσία έλαβε μέρος και αυτό είχε σαν αποτέλεσμα τα Ερειπωμένα Χαλάσματα να δικαιολογήσουν τον τίτλο τους και να βυθιστούν στα σπλάχνα της γης. Επίσης μάθαμε ότι μετά τον σεισμό, ιδιαίτερη κινητικότητα υπήρχε από την πλευρά των Αυτοκρατορικών προς την εδώ μεριά των βουνών. Οι Αυτοκρατορικοί προτιμούσαν να διασχίσουν την Νότια Θάλασσα για να έρθουν στην έρημο. Το τι ψάχνανε είναι ένα μεγάλο ερώτημα, πάντως είχαν περάσει και αυτοί από τα ερείπια.
 Το βράδυ πέσαμε για ύπνο, φυλόντας σκοπιές πάντα, ώστε το πρωί να ξεκινήσουμε Ανατολικά για τα ερείπια. Την ώρα της δικιάς μου σκοπιάς μια μεγάλη βοή του ανέμου διατάραξε την νύχτα. Γύρισα προς το μέρος του δυνατού ήχου και είδα στρόβιλους αέρα να παρασύρουν την άμμο και να σχηματίζουν μια γυναικεία φιγούρα. Ήταν μια κοπέλα νεαρή και όμορφη, με τα χαρακτηριστικά των ανθρώπων της ερήμου, με μια ανείπωτη θλίψη στην έκφρασή της και τον κίνδυνο να ελλοχεύει στο βλέμμα της. Η κοπέλα με παρακάλεσε να βιαστούμε και να πάμε στα Ερείπια ώστε να βρούμε εκεί ένα Ψήγμα Φωτός. Έτσι είπε κατά λέξη και εξαφανίστηκε. Εγώ προσπάθησα να αναλύσω τα όσα μου αποκαλύφθηκαν, αλλά μέχρι να πάρει στροφές ο εγκέφαλός μου, δύο Αερικά με ιδιαίτερα εχθρικές διαθέσεις εμφανίστηκαν στο σημείο πο στεκόταν μέχρι πρότινος η κοπέλα. Ξύπνησα και τους υπόλοιπους συντρόφους μου και άρχισε η μάχη. Μια μάχη σύντομη που μας βρήκε αλώβητους νικητές. 
 Από την φασαρία ξύπνησαν και τα υπόλοιπα μέλη της φυλής. Περιέγραψα τα όσα συνέβησαν πρίν την μάχη στον Αλακάρ και αυτός, με βλοσυρό βλέμμα μου είπε ότι μόλις του περιέγραψα την, από καιρό, χαμένη κόρη της Ασμάρα. Μετά από τα γεγονότα της βραδιάς επιβαλλόταν μια αλλαγή στα πλάνα. Την άλλη μέρα θα ξεκινούσαμε συνοδευόμενοι από τον Αλακάρ και μία ομάδα επίλεκτων πολεμιστών του να βρούμε τον Κίραν και τα Ερειπωμένα Χαλάσματα. Έτσι κι έγινε. Την άλλη μέρα αποχαιρετίσαμε τον φιλόξενο καταυλισμό, δώσαμε υποσχέσεις και ευχές για καλή αντάμωση και αρχίσαμε την πορεία μας προς το πεπρωμένο. 
 Δύο μέρες περπατούσαμε στο αφιλόξενο τοπίο της ερήμου και το βράδυ στις 25/2 αντικρίσαμε ένα παράδοξο σκηνικό. Μπροστά μας υπήρχε μία όαση από την οποία ανάβλυζε ένα γλυκό γαλάζιο φως. Πλησιάζοντας καταλάβαμε ότι το φως προερχόταν από έναν άντρα περιτριγυρισμένο από κάτι περίεργα πλασματάκια, σαν μεγάλες νυφίτσες της ερήμου με τεράστια μάτια. Το φως ήταν αποτέλεσμα ενός τελετουργικού που εφάρμοζε ο άντρας για να φέρει στον κόσμο ένα ακόμα τέτοιο πλασματάκι. Με το που τελείωσε η ιερή αυτή, πράξη πλησιάσαμε και είδαμε ότι ο άντρας αυτός ήταν ο Κίραν. Ήταν ακριβώς όπως τον θυμόμασταν με την διαφορά ότι τώρα φορούσε μια πολεμική στολή.
 Χαρήκαμε που συναντήσαμε μια γνώριμη φιγούρα του παρελθόντος. Συζητούσαμε για αρκετή ώρα, αποφεύγοντας συστηματικά κάθε ερώτηση για την Νούρια. Ήταν δυσβάσταχτο να αναφέρουμε ακριβώς τι είχε συμβεί οπότε απλά αναφέραμε στον Κίραν για την εξαφάνιση της. Επίσης συζητήσαμε εν τάχει την αποστολή μας με τον Κίραν και αυτός αποφάσισε να μας ακολουθήσει μέχρι τα Ερείπια. Οπότε το βράδυ διανυκτερεύσαμε εκεί και την άλλη μέρα περπατήσαμε με τον άνεμο να μας ακολουθεί και να συνεχίζει να παρασύρει τα πνεύματα προς την Ανατολή. 
 Στις 27/2 το βράδυ φτάσαμε στα Χαλάσματα. Οι Μίκου μας δήλωσαν ότι δεν μπορούν να εισέλθουν στον χώρο των Χαλασμάτων και κατασκήνωσαν βορειότερα. Εμείς στήσαμε τις σκηνές μας έξω από τα Ερείπια και την άλλη μέρα θα εισχωρούσαμε. Το ξημέρωμα μας ξύπνησε με ένα θέαμα επιβλητικό και τρομακτικό. Τεράστιοι βράχοι δημιουργούσαν μία κοιλάδα, ενώ μπροστά μας μια σειρά από κολοσσιαία τοίχοι έφραζα την μπροστά όψη της κοιλάδας, αφήνοντας μόνο ένα άνοιγμα εισόδου. Περάσαμε την είσοδο και μέσα αντικρίσαμε μια έρημη κοιλάδα. Στο βάθος, στη μέση δέσποζε ο πέτρινος όγκος ενός ζιγκουράτ, ενώ δεξιά και αριστερά του ορθώνονταν δύο μεγάλοι πύργοι φύλαξης. Στα δεξιά παρατηρήσαμε ένα άλσος, ενώ στα αριστερά υπήρχε μια μεγάλη τάφρος με κάποια αντικείμενα που γυάλιζαν. Όσο προχωρούσαμε προς τους όγκους που υψώνονταν μπροστά μας παρατηρήσαμε δύο πράγματα. Πρώτον, όλα αυτά έμοιαζαν να έχουν αναδυθεί από τα έγκατα της γης με τον τελευταίο σεισμό και, δεύτερον, ότι όλο το πάτωμα ήταν καλυμμένο με κόκαλα. Ανθρώπων κυρίως, αλλά και κάποια άλλα περίεργα και μεγάλα τα οποία ανακαλύψαμε ότι προέρχονταν από κάτι πλάσματα του βουνού που λέγονται Τελώνια.
 Πλησιάσαμε και αποφασίσαμε πρώτα να ψάξουμε το πηγάδι με τα γυαλιστερά αντικείμενα. Πρώτα είχαμε πάει στο άλσος, το οποίο όμως ήταν ιδιαίτερα τρομακτικό, ήταν σαν τα φυτά να ζούσαν, οπότε προτιμήσαμε να το αφήσουμε για αργότερα. Φτάσαμε, λοιπόν, πάνω από την τάφρο και ο Κάσπερ, ακολουθώντας τα ένστικτα του επαγγέλματος του, βούτηξε μέσα. Τον ακολουθήσαμε κι εμείς με την ελπίδα ότι μέσα σε όλα αυτά τα πράγματα που λαμπύριζαν θα υπήρχε και το Ψήγμα Φωτός που αναζητούσαμε. Με αηδία ανακαλύψαμε ότι μόλις είχαμε βουτήξει σε μία πισίνα γεμάτη με κόκαλα, ανθρώπινα και μη. Ήταν ένας ομαδικός τάφος από μία μάχη που όμοια της η Ανθρωπότητα δεν έχει ξαναγνωρίσει. Θαμμένα υπήρχαν χιλιάδες πτωμάτων, πολεμιστών, ιερέων, απλών πιστών και, φυσικά, Τελώνιων. Αφού χωθήκαμε που χωθήκαμε μέσα στα πτώματα, ψάξαμε για το Φώς. Το μόνο που βρήκαμε ήταν σύμβολα και αγκράφες όλων των γνωστών θεών, οπότε καλού κακού κρατήσαμε από ένα από κάθε θεότητα μήπως και φανεί χρήσιμο. Μετά ο Έρικ είχε την φαεινή ιδέα να θάψουμε τα εκατοντάδες αυτά πτώματα γιατί ήταν κρίμα να πάνε αδιάβαστοι όλοι αυτοί. Τελικά αρκεστήκαμε σε μία ευλογία από τον Κίραν και την Ιρίκα και μέχρι εκεί.
 Με κόπο βγήκαμε από την τρύπα. Αποφασίσαμε πριν μπούμε στο Ζιγκουράτ να ψάξουμε τους πύργους των φρουρών μήπως και εκεί βρούμε κάποιες απαντήσεις για την μεγάλη αυτή προδοσία που δημιούργησε όλα αυτά τα πτώματα. Στον πρώτο πύργο, όσο ανεβαίναμε το θέαμα ήταν το ίδιο. Σκηνές μάχης, οι οποίες όμως έδειχναν να έγιναν εκ των έσω. Αντί, δηλαδή, οι σκοποί να μάχονται με πλάσματα που κατέβαιναν από απέναντι, από την είσοδο της κοιλάδας, αμύνονταν σε πλάσματα τα οποία μπαίναν στους πύργους από τις εισόδους, από την μεριά του ζιγκουράτ δηλαδή. Βγήκαμε από τον πρώτο πύργο και μπήκαμε στον δεύτερο. Εκεί βρήκαμε το δωμάτιο όπου κοιμόταν ο Αξιωματικός της Φρουράς. Στο κέντρο του δωματίου ήταν ξαπλωμένο το πτώμα ενός λαμπερού Ιππότη με πλήρη αρματωσιά και ένα σύμβολο της Νέλι επάνω της. Και τότε συνέβη το εξής παράδοξο. Μία φασματική μορφή εμφανίστηκε μπροστά μας και μας συστήθηκε. Ήταν ο Άλβας Λαζάρθ, ο αινιγματικός πρόγονος των γνωστών Ηρώων Λαζάρθ, ο οποίος μας είπε ότι άμα του κάναμε μιά χάρη θα μας άφηνε να αγγίξουμε τα αντικείμενα του και να μας απαντήσει σε κάποιες ερωτήσεις μας. 
 Η χάρη που μας ζήτησε έμοιαζε πολύ απλή. Να βρούμε τους δύο αγαπημένους του φρουρούς, οι οποίοι ήταν και προστατευόμενοι του και να βοηθήσουμε τα πνεύματα τους να βρούνε γαλήνη. Φαντάστηκα ότι δεν θα είναι τίποτα, απλά θα βρούμε δύο πτώματα, χιλιάδων χρόνων παλιά, θα τα πατήσουν ένας αγιασμό ρουτίνας τα παιδιά και όλοι θα είναι ευτυχισμένοι. Η απάντηση ήρθε με το που γυρίσαμε να φύγουμε και στην είσοδο του πύργου μας περίμεναν δύο πτώματα χιλιάδων χρόνων παλιά, με τις σπάθες ανά χείρας έτοιμα να μας πατήσουν έναν βιασμό ρουτίνας και να επιστρέψουν στην καταραμένη λήθη τους. Δώσαμε την μάχη με σθένος και πυγμή. Η αλήθεια είναι ότι μας έλειπε η Νούρια με την ζωηράδα της και την δύναμη της. Και αυτός ο άχρηστος ο Κίραν, υποτίθεται θα μας βοηθούσε. Περίμενε πότε θα πεθαίναμε για να παρέμβει. Με τα πολλά τα σκοτώσαμε τα κινούμενα πτώματα και τα στέιλαμε στον αγύριστο. Στο πνέυμα του Άλβας είπαμε, βέβαια, ότι τα καθαγιάσαμε.
 Ξανά ανεβήκαμε πάνω στον πύργο και βρήκαμε το πνεύμα του Άλβας. Αυτός μας έδωσε κάποιες απαντήσεις και μας επιβεβαίωσε κάποια πράγματα που ήδη γνωρίζαμε για τα ερείπια. Η αλήθεια είναι ότι αυτός ο άνθρωπος είχε ζήσει τόσο παλιά που, τις εξελίξεις που αναζητούσαμε επειδή επηρέασαν τον σύγχρονο κόσμο δεν τις είχε προλάβει. Όσο για την προδοσία, από ότι είδαμε αργότερα και από το ημερολόγιό του, ήξερε ελάχιστα πράγματα. Το σίγουρο είναι ότι τα Τελώνια τους είχαν επιτεθεί από την μεριά του ναού. Έπειτα το πνεύμα του χάθηκε, ήρεμο πλέον. Μας έδωσε την άδεια να ψάξουμε τα πράγματα του και, ιδίως ο Έρικ, πολύ χάρηκε με το τεράστιο σπαθί του Αξιωματικού και την γυαλιστερή του πανοπλία! Βέβαια, η βλακεία του Έρικ και του Κάσπερ μας στοίχισε το Γκάλνταμπολγκ, αφού, ο Έρικ μέσα στον ενθουσιασμό του, αρνήθηκε το σπαθί των Ξωτικών για το σπαθί του Άλβας. Την ώρα που άπλωνε ο Κάσπερ το χέρι του να πάρει το σπαθί, από την λάμα του σβήστικε το όνομα του Έρικ, έμεινε μόνο το όνομα του Όρκ και το σπαθί απλά εξαφανίστηκε! Το τι βρίσιμο άκουσαν δεν περιγράφετε. Δεν θα ήταν σωστό να μεταφέρω όσα ειπώθηκαν κατά λέξη, καθώς το ανάγνωσμα προορίζεται για παιδιά μικρών ηλικιών που θα το διδάσκονται στην Σχολή της Κανάλ, αλλά σε γενικές γραμμές το πιάσατε το νόημα!Αφού τελειώσαμε και με αυτόν τον πύργο, ήταν η ώρα να μπούμε στο ζιγκουράτ.
 Με το που βγήκαμε από τον πύργο είδαμε κάτι να γυαλίζει στην κορυφή του ζιγκουράτ. Το Ψήγμα Φωτός σκεφτήκαμε! Τι χαζά παιδιά που ήμασταν. Μην μας πει κάποιος κάτι, το βλέπαμε παντού. Ακόμα κι αν μας κουτσουλούσε ένα όρνιο της ερήμου, εμείς μέσα στην κουτσουλιά του ήμασταν ικανοί να βρούμε κάτι που να μοιάζει με ψήγμα φωτός! Χωρίς καθυστέρηση ανεβήκαμε στην κορυφή της παράδοξης, κλιμακωτής, πυραμίδας, για να ανακαλύψουμε ότι αυτό που γυάλιζε ήταν μια τεράστια χρυσή γαβάθα που χρησίμευε σαν βωμός για τα τελετουργικά και τις θυσίες. Ήταν πανέμορφη αλλά δυστυχώς πολύ μεγάλη για να θεωρηθεί ψήγμα. Άμα αναζητούσαμε μια Γούρνα Φωτός τότε κάτι γινόταν, αλλά τώρα μάταια το συζητούσαμε. Άλλωστε ήταν πάρα πολύ βαριά για να την κουβαλήσουμε. Ευτυχώς η ανάβασή μας δεν ήταν τόσο κουραστική, αφού η κύρια και μοναδική είσοδος του ζιγκουράτ ήταν από εδώ. Μαζέψαμε το κουράγιο μας, νιώσαμε την περιέργεια και την θέρμη της ανακάλυψης να μας στέλνει κύματα ανατριχίλας που ξεκινούσαν από το στομάχι και κατέληγαν στις τρίχες τις κεφαλής μας, χαμογελάσαμε αμήχανα και μπήκαμε!
 Με το που μπήκαμε, σκάλες μας οδήγησαν προς τα κάτω. Κατηφορίσαμε ώσπου φτάσαμε σε μιά μεγάλη αίθουσα με διάφορες πόρτες ολόγυρά μας και ένα διάδρομο με σκάλες που οδηγούσαν προς τα κάτω. Το πρώτο σοκ, με το που πατήσαμε στο πέτρινο δάπεδο, ήταν ότι αυτομάτως αναφλέγησαν οι πυρσοί στους τοίχους, δίνοντας μια γαλάζια λάμψη στον χώρο. Το δεύτερο (και πιό δυνατό) σοκ, ήταν ότι το ίδιο το κτίριο άρχισε να αποβάλλει τις ίδιες τις μνήμες που είχε καταγράψει την ημέρα της προδοσίας, με αποτέλεσμα να αρχίσουμε να βλέπουμε γαλαζοπράσινες φασματικές φιγούρες που επαναλάμβαναν αέναα αυτά που συνέβησαν εκείνο το τραγικό βράδυ. Συγκεκριμένα βλέπαμε ανθρώπινα πλάσματα να τρέχουν να σωθούν από μιά ορδή μανιασμένων Τελώνιων που τα σφάζανε χωρίς δισταγμό και ενδοιασμούς και ένα ανείπωτο κακό να ανεβαίνει από τις σκάλες. Εκτός από αυτά τα ολογράμματα δεν εντοπίσαμε κανένα κίνδυνο στον χώρο. 
 Αποφασίσαμε να ψάξουμε τα δωμάτια γύρω μας. Στα περισσότερα οι πόρτες άνοιγαν εύκολα, σε όσα βρίσκαμε αντίσταση, ο Κάσπερ, με την απαράμιλλη τεχνική του στην "επισκευή κλειδαριών" (έτσι λέγαμε στην Ιρίκα, γιατί άμα μάθαινε ότι ο Κάσπερ ήταν ένας μικρός εκκολαπτόμενος κλεφτάκος, θα της ερχόταν κόλπος και με τις τσιρίδες της θα μας έβρισκαν όλες οι μούμιες της ερήμου) τις άνοιγε χωρίς πολύ κόπο. Μέσα σε αυτά τα δωμάτια, καταλάβαμε ότι φυλλάσαν τις προσφορές προς τους θεούς, αφού δεν βρήκαμε τίποτα άλλο εκτός από κιούπια και στάμνες με άμμο, σκόνη και απολιθώματα σπόρων. Αυτός ο γυναικωτός ο Κίραν, με τα βαμμένα μάτια και το καλοσχηματισμένο μούσι, κράτησε μερικούς σπόρους για να τους μελετήσει αργότερα. Ώσπου φτάσαμε σε μία πόρτα η οποία έμοιαζε ιδιαίτερα καλοφτιαγμένη και καλοδιατηρημένη. Μην ξεχνάμε ότι από την βραδιά της προδοσίας είχαν περάσει σχεδόν τριάντα χιλιάδες χρόνια. Ως γνωστοί άνθρωποι της περιπέτειας, με χρόνια εμπειρία στον κλάδο, αντί να υποπτευτούμε ότι κάτι περίεργο συμβαίνει με την πόρτα, κατευθείαν φανταστήκαμε ότι, για να είναι τόσο καλή η πόρτα, τότε κρύβει έναν αμύθητο θησαυρό από πίσω. Πως μας έκοψε τελευταία στιγμή, λέω ας ακούσω προσεκτικά, μήπως και καταφέρω να διακρίνω ήχους κάποιου τέρατος από την πίσω μεριά της πόρτας. 
 Ακουμπάω το αυτί μου και νιώθω την απαλή, παλλόμενη, επιδερμίδα της πόρτας. Η αηδία με διαπέρασε σαν να με άγγιξε κάποιος τα αχαμνά μου με παγωμένο σταλαγμίτη! Κατευθείαν τραβήχτηκα πίσω, έβγαλα την βαλλίστρα μου και το χτύπησα. "Είναι ένας μίμος" φώναξα, "Καλυφθείτε"! Οι άλλοι τρόμαξαν όταν είδαν την πόρτα να κινήτε με το χτύπημα μου να βγάζει δόντια και να προσπαθεί να μας φάει! Αυτός ο άχρηστος, θεοσεβούμενος, Μαργκόπληκτος, που έχει δώσει όρκους αγνότητας και έχει ευνουχιστεί υπερ πίστεως από τα 12 του, ο Κίραν δηλαδή, μας παρακάλεσε να σταματήσουμε να το χτυπάμε το πλάσμα, γιατί κι αυτό πλάσμα της Μαργκό είναι και μάλιστα πολύ σπάνιο και ότι άμα απομακρυνθούμε ήσυχα δεν θα μας πειράξει, οπότε ας συνεχίσουμε στο παρακάτω επίπεδο. Εγώ είχα τις αμφιβολίες μου κι αυτό γιατί, μια φορά είχα δει μια εικόνα της Μαργκό σε ένα βιβλίο σπίτι των γονιών μου, όπου η Μαργκό ήταν γυμνή, ξαπλωμένη σε μία παραλία, με ένα χάρτινο καραβάκι στα χέρια της, με της ηλιαχτίδες του λυκόφωτος να χαϊδεύουν τις καμπύλες της και να προσδίδουν έναν ακαταμάχητο ερωτισμό, ο οποίος ένιωθα να μου επιτίθεται σε κύματα ευφορίας στην κάτω κοιλιακή μου χώρα μέσα από τις σελίδες, ήμουν και δώδεκα χρονών τότε μην ξεχνάμε. Θέλω να πω ότι αποκλείεται μιά τέτοια θεά να έπλασε ένα τόσο άσχημο, άχρηστο και άξιο θανάτου, πλάσμα. Αλλά τι να κάνω, είδα και τους άλλους να υποχωρούν και, ενώ ήμουν σίγουρος ότι ο μίμος ήταν του χεριού μου, οπισθοχώρησα κι εγώ.
 Στο επόμενο επίπεδο συνέβη ακριβώς η ίδια αλληλουχία γεγονότων. Ανάψαν οι πυρσοί και είδαμε σκηνές μάχης να διαδραματίζονται μπροστά μας. Είδαμε ιερείς όλων των θεών να προσπαθούν να ξεφύγουν από τα σπαθιά των τεράτων, τα οποία είχαν πάρει φωτιά σε ένα φονικό κρεσέντο θανάτου. Εδώ η αίθουσα πάλι περιβαλλόταν από δωμάτια, τα οποία από ότι καταλάβαμε, εξυπηρετούσαν ως χώροι διαμονής, κοιτώνες και ξενώνες για τους πιστούς και τους κατώτερους ιερείς. Δεν βρήκαμε τίποτα όσο κι αν ψάχναμε, εκτός από κάποια συγγράμματα θεολογικής αξίας. Αφού περάσαμε κάμποση ώρα και εδώ, συνεχίσαμε προς το επόμενο επίπεδο.
 Κατεβήκαμε σε έναν ακόμα μεγαλύτερο χώρο. Εδώ ήταν φανερό, πλέον, ότι όσοι διέμεναν, είχαν μεγαλύτερους βαθμούς στα ιερατεία του εκάστοτε θεού. Σε αυτόν τον χώρο, εκτός από τα δωμάτια που περιτριγύριζαν τον χώρο, υπήρχε και μιά κεντρική κλειστή αίθουσα. Αποφασίσαμε να αφήσουμε για τελευταία αυτή την αίθουσα και να μελετήσουμε τις τριγύρω πρώτα. Φυσικά και σε αυτό το επίπεδο μας υποδέχθηκαν τα ιστορικά οράματα. Το θέμα ήταν ότι, όσο κι αν σπάζαμε το κεφάλι μας, δεν μπορούσαμε να θυμηθούμε αν οι πυρσοί ήταν ήδη αναμμένοι, ή είχαν ανάψει με την παρουσία μας. Τα δωμάτια ήταν αίθουσες ιερέων. Σε αυτές βρήκαμε αρκετά ενδιαφέροντα κείμενα θρησκευτικού περιεχομένου και αρκετούς παπύρους με ψαλμωδίες, ευχές και κατάρες, οι οποίες θα μπορούσαν να φανούν πολύ χρήσιμοι στα ταξίδια και τις μάχες μας. Πρώτα, όμως, έπρεπε να τα μελετήσω και να τα αναγνωρίσω, τι οφέλη έχει το καθένα. 
 Σε ένα από τα δωμάτια ήρθαμε αντιμέτωποι με ένα σιχαμερό, κολλώδες πλάσμα που έμοιαζε να ρέει από τους τοίχους και το δάπεδο, αντίθετα με τους νόμους της βαρύτητας! Αυτή την φορά, παρά την αδράνεια του Κίραν, που κοιτούσε το τέρας σαν παλλακίδα τη νύχτα της διακόρευσης της, το καταστρέψαμε χωρίς αμφιβολίες για το άμα κάνουμε το σωστό και βρήκαμε πολλά ενδιαφέροντα μαγικά αντικείμενα. Έμενε ακόμα ένα δωμάτιο να μπούμε πριν την κεντρική σάλα. Ένα γωνιακό δωμάτιο με σκοτεινά μαγικά σύμβολα στην πόρτα του. Αυτή η πόρτα παίδεψε αρκετά τον Κάσπερ, αλλά με λίγη εμψύχωση από την μαγευτική, στεντόρεια φωνή μου και το εκπληκτικό άσμα που επέλεξα να ερμηνεύσω(ναι είναι αλήθεια, μέχρι και τα ντουβάρια δάκρυσαν, ενώ οι πυρσοί τρεμόπαιζαν, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα μυσταγωγική να συνοδεύει τις θεσπέσιες μελωδίες που ξεχύνονταν - όχι από τις φωνητικές μου χορδές, όχι από τον εντυπωσιακό τρόπο που χειριζόμουν το λαγούτο - αλλά από τα έγκατα τις απύθμενης ψυχής μου!) τα κατάφερε χωρίς ιδιαίτερο πρόβλημα.
 Μπήκαμε σε ένα δωμάτιο, το οποίο ήταν πολύ κακό. Ίσως να ακούγετε χαζό και παιδιάστικο αυτό που λέω, αλλά μόνο όποιος έχει νιώσει αυτό το αίσθημα μπορεί να καταλάβει τι εννοώ. Τα πάντα ανάβλυζαν αγνή, γνήσια, μοχθηρή, σκοτεινή, υποχθόνια, βορβορώδη, βδελυγματική, βλοσυρή, πηγαία, τερατώδη, διαβολική, ερεβώδη, ανέπαφη-στους-αιώνες κακία. Μέχρι και το πόμολο της πόρτας ήταν κακούλικο, ενώ τα παλιά κηροπήγια νόμιζα ότι μας κοιτούν και τρίβουν τα χέρια τους γελώντας χαιρέκακα. Πάρα ταύτα, οι σκηνές που εξελίχθηκαν μπροστά μας, με επανέφεραν στην πραγματικότητα της αναζήτησης. Μπροστά μας εμφανίστηκε η μορφή ενός ιερέα μιας ξεχασμένης, νεκρής πλέον, θεότητας της προδοσίας, του ψέματος και της απάτης. Ο ιερέας, καθώς μάθαμε αργότερα ήταν ο Κάελνταρ. Την στιγμή πο μπήκαμε, η εκτοπλασματική του μορφή συνομιλούσε με έναν υποδεέστερο σκοτεινό ιερέα και του έλεγε πως όλα ήταν έτοιμα και το βράδυ θα λάβαινε μέρος η προδοσία. Επιτέλους θα μαθαίναμε ποιος πρόδωσε τον ναό και επέτρεψε να εισβάλουν τα Τελώνια που σπείραν τον πανικό και τον θάνατο. Έδωσε ραντεβού στον εσωτερικό θάλαμο του ιερού, το οποίο φανταστήκαμε ότι βρίσκεται στο επόμενο και τελευταίο επίπεδο, όπου και θα ξεκινούσαν την προδοσία. Έπειτα ο Κάελνταρ μεταμφιέστηκε σε ιερέα της Μαργκό και άφησε τον χώρο. Αχόρταγοι για γνώση και λαίμαργοι για περιπέτεια, έπρεπε να μάθουμε την συνέχεια της ιστορίας. Πρώτα, όμως, έμενε να ψάξουμε αυτό το δωμάτιο και την κεντρική σάλα του επίπεδου. 
 Στο δωμάτιο δεν βρήκαμε τίποτα που να μας βοηθήσει, παρά μόνο ιερατικά κείμενα και σκοτεινές επικλήσεις, καθώς και έναν πάπυρο που έπρεπε να αναγνωρίσουμε την χρησιμότητα του. Αφήσαμε το κακό αυτό δωμάτιο και κατευθυνθήκαμε στον κεντρικό χώρο. Εκεί ανακαλύψαμε ότι ήταν μιά κεντρική βιβλιοθήκη, με πολλά βιβλία να λείπουν από τα ράφια. Περίεργο σκεφτήκαμε! Ήμασταν σίγουροι ότι εκεί θα βρούμε ιστορικά βιβλία για την καταγωγή του Κόσμου και του Πολιτισμού των Ανθρώπων, για τους Νίθιανς, για τις γνώσεις που έλαβαν οι άνθρωποι πριν περάσουν τα βουνά και δημιουργήσουν την Αυτοκρατορία στην Κανάλ, για όλα αυτά που θα έπρεπε να γνωρίζει ο κόσμος και είχε πλήρη άγνοια. Μέσα στην βιβλιοθήκη υπήρχε μία γυναίκα η οποία ήταν πραγματική! Φορούσε μαύρα ρούχα και είχε έναν ιστό αράχνης να καλύπτει το πρόσωπό της. Αντέδρασε πολύ ήρεμα στην παρουσία μας, δίνοντάς μας να καταλάβουμε ότι είναι απασχολημένη και δεν πρόκειται να μας ενοχλήσει άμα δεν την ενοχλούσαμε. Η αλήθεια είναι ότι όσο σωστό ή λάθος ήταν να βρισκόμαστε εμείς εκεί, άλλο τόσο ήταν και για αυτήν. Συνομιλήσαμε σύντομα, χωρίς να πάρουμε σημαντικές απαντήσεις. Το μόνο που μάθαμε ήταν ότι κι αυτή ήταν σε αναζήτηση γνώσεις και ότι δεν είχε καμία έχθρα προς τα εμάς. 
 Αποχωρίσαμε, αφήνοντάς την βυθισμένη στα βιβλία, με την μυστηριώδη της φιγούρα να χαράσσεται αυτομάτως στα βάθη του εγκεφάλου μου, ως ζήτημα προς μελλοντική αναζήτηση. Κατεβήκαμε στο τελευταίο επίπεδο. Εδώ ο χώρος ήταν διαμορφωμένος διαφορετικά. Υπήρχε μια κεντρική, ανοιχτή σάλα, δεξιά και αριστερά υπήρχαν χώροι με αγάλματα και απεικονίσεις όλων των θεοτήτων. Στα αριστερά μας ήταν οι χώροι λατρείας των σκοτεινών θεών, ενώ στα δεξιά μας των θεών του φωτός. Στο βάθος υπήρχε το εσωτερικό ιερό, ο πιό μυστικός και ιδιαίτερος χώρος των ιερέων όπου ερχόντουσαν σε άμεση επαφή με τους θεούς. Οι κινούμενες παραστάσεις εδώ διέφεραν από τα υπόλοιπα επίπεδα. Από εδώ είχε ξεκινήσει η προδοσία, οπότε όταν ξεκίνησαν τα οράματα, είδαμε τον Κάελνταρ μεταμφιεσμένο σε ιερέα της Μαργκό να εισέρχεται στο ιερό και μαζί του να προσκαλεί έναν ανθρωπόμορφο δαίμονα. Έπειτα από εκέι άρχισαν να ξεχύνονται τα Τελώνια και να σπέρνουν μέταλλο, φωτιά και θάνατο. Αμέσως μετά, όμως, από τον χώρο του ιερού άρχισαν να βγαίνουν σμήνη διαβολικής κακίας ενσαρκωμένης σε έντομα, τα οποία πλημμύρισαν τον χώρο, σκοτώνοντας αδιακρίτως φωτεινούς και σκοτεινούς ιερείς, ανθρώπους και Τελώνια. Τέλος στον χώρο του ιερού μπήκε μια νεαρή ιέρεια της Μαργκό κρατώντας ένα κοντό σπαθί το οποίο έλαμπε με χαρακτηριστικό φως. 
 Αποφασίσαμε να συγκρατήσουμε, λίγο, την δίψα μας και πρώτα να μπούμε στους χώρους προσευχής με τα αγάλματα μήπως μάθουμε κάτι παραπάνω και μετά να επισκεφθούμε το Άβατον του ναού. Πρώτα αποφασίσαμε να μπούμε στο χώρο όπου υπήρχαν τα αγάλματα των σκοτεινών θεών. Εδώ ήταν και το άγαλμα της Μεντούσα και του Άζραελ, άρχοντα των ψυχών. Η Μεντούσα ήταν υπεύθυνη για την δημιουργία πλασμάτων όπως τα Όρκς και τα Τελώνια. Σε αυτήν την αίθουσα είδαμε το εξής όραμα. Ένα Τελώνιο, φαινόταν υψηλόβαθμο και με αξιώματα, γονάτισε μπροστά από το άγαλμα της Μεντούσα και άρχισε να λέει μιά προσευχή στην γλώσσα του, περιέγραφε στην Μητέρα της φυλής του ότι είχαν προδοθεί και ατιμαστεί από τους συνεργάτες τους εντός του ναού. Και τότε το άγαλμα που ήταν 5 μέτρα ψηλό, έσκυψε πάνω από το ετοιμοθάνατο Τελώνι και του είπε με βροντερή φωνή "Μην στεναχωριέσαι παιδί μου. Η εκδίκηση για αυτή την προδοσία θα παρθεί σύντομα. Και την εκδίκηση θα την πάρετε εσείς." Το άγαλμα είχε στραφεί και έδειχνε εμάς. Τρομοκρατηθήκαμε στην ιδέα ότι μια σκοτεινή θεότητα απαιτούσε από εμάς να πάρουμε εκδίκηση! Μετά ανοιγοκλείσαμε τα μάτια μας και όλα επανήλθαν στην αρχική τους κατάσταση. Διαφωνούσαμε για το τι ακριβώς είχε συμβεί. Οι πιό πολλοί νιώθαμε ότι είχαν κάνει κάτι κακό και για αυτό τους ήθελε η Μεντούσα. Εγώ το έβρισκα πολύ λογικό, ή μάλλον με βόλευε να το βρω πολύ λογικό, ότι η πορεία μας και η μοίρα μας, μας διαφυλάττει κάποιες πράξεις οι οποίες θα ξεσκεπάσουν αυτή τη διπλή προδοσία και αυτό είναι σίγουρα κάτι που μία θεότητα σαν την Μεντούσα μπορεί να το διαβάσει σε εμάς. Τώρα, άμα με τις πράξεις μας πάρουμε εκδίκηση για την προδοσία προς τους ανθρώπους και τους Φωτεινούς θεούς( και παράλληλα αυτό θα είναι εκδίκηση και για τα Τελώνια, που επίσης προδόθηκαν το ίδιο βράδυ ) αυτό δεν σημαίνει ότι θα συνεργαστούμε με μια σκοτεινή θεότητα ή ότι θα γίνουμε ακόλουθοι της και πιστοί της. Κάτι τέτοια σκεφτόμουν μέσα στο χαοτικό μυαλό μου, ενώ τα πόδια μας μας οδηγούσαν στην άλλη πλευρά του επιπέδου όπου βρίσκονταν τα αγάλματα των θεών του φωτός. Εδώ μιά άλλη εικόνα μας περίμενε. Τα αγάλματα του Όλιβα και της Μαργκό, αντί να διατηρούν της κλασσική όρθια στάση που είχανε όλα τα αγάλματα, στεκόντουσαν με ανοιχτά τα χέρια σε μιά τεράστια αγκαλιά, δίπλα δίπλα. Η φασματική ανάμνηση του ναού μας έδειχνε την νεαρή ιέρεια της Μαργκό, που είδαμε προηγουμένως να μπαίνει στο Άβατον με ένα σπαθί στο χέρι, να προσεύχεται προς την Μαργκό και η θεά να της προσφέρει το κοντό σπαθί και τότε οι δύο θεότητες να παίρνουν αυτή τη στάση εναγκαλισμού. Αποφασίσαμε να προσευχηθούμε πριν μπούμε στον εσωτερικό ναό. Ο Κάσπερ και ο Κίραν προσευχήθηκαν στην Μαργκό, ο Έρικ αποφάσισε να προσευχηθεί στην Νέλι, μιας και αυτό το ιερό σύμβολο κουβαλούσε πάνω του ο ηρωικός Ιππότης, Άλβας Λαζάρθ, που βρήκαμε στην πύλη, η Ιρίκα προσευχόταν στα πνεύματα της και εγώ πέρασα μπροστά από τις φιγούρες των Χάνσι και Μαρσάλα, όχι τόσο για θέμα πίστης, όσο από σεβασμό σε δύο μεγάλους Βάρδους, Ιστορικούς και Μη-Ανθρώπους του Κόσμου μας. Όλα αυτά φάνηκαν πολύ περίεργα στον Ίνκυ, ο οποίος εξέφρασε την απορία του στην Ιρίκα. Αυτή με την σειρά της, του εξήγησε για ποιό λόγο προσεύχεται ο κόσμος και τον ενθάρρυνε να προσευχηθεί κι ο ίδιος, άμα αισθανόταν την ανάγκη. Έπειτα του παρουσίασε τις θεότητες που μας περιέβαλλαν, μία προς μία και ο Ίνκυ, προς μεγάλη μας έκπληξη, στάθηκε μπροστά στο άγαλμα του Άζραελ, είπε μια προσευχή στην γλώσσα του και, σαν μια θαυματουργική πράξη μυστηρίου, ένα πορφυρό αχνό φως τύλιξε τον Ίνκυ, σαν να έλαμπε ο ίδιος. Μπράβο τον μικρό, σκέφτηκα! Ίσως να είχα μπροστά μου τον πρώτο Ιερό Ιππότη (και μάλιστα του Άζραελ) Καλικάντζαρο της Ιστορίας!
 Αφού ολοκληρώσαμε αυτό το μικρό δοξαστικό τελετουργικό, μαζέψαμε δυνάμεις και κουράγιο και μπήκαμε στο Ιερό. Προς μεγάλη μας έκπληξη δεν συναντήσαμε τίποτα το περίεργο. Στην συνέχεια της αναμνησιακής απεικόνισης του ναού, ο Κάελντορ μεταμφιεσμένος σε ιερέα της Μαργκό, άφησε τον μικρό κατοικίδιο Δαίμονά του να φυλάει σκοπός στον χώρο και ακολουθώντας κάποιον Πατέρα Κέανοθ, ιερέα του Όλιβα και υψηλόβαθμο ιερέα του Ναού ολόκληρου χάθηκαν στο βάθος του Άβατου. Έπειτα ακολούθησαν τα γνωστά. Τα πολεμοχαρή Τελώνια, το σμήνος Κακίας και η νεαρή ιέρεια της Μαργκό με το σπαθί ανα χείρας. Και μετά χανόντουσαν όλοι και τελείωνε η απεικόνιση. Κάτι δεν πήγαινε καλά, ήταν ηλίου φαεινότερον, άμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί η έκφραση 4 επίπεδα υπό την επιφάνεια του εδάφους. Δεν θα το αφήναμε να περάσει έτσι αυτό. Διψούσαμε για Ιστορικές Αλήθειες, για Ψήγματα Φωτός, για να δοθεί μια συνέχεια στις περιπέτειες μας. Αρχίσαμε να ψάχνουμε για μυστικές πόρτες. Και τότε...
 ...Και τότε ένα κομμάτι βράχου υποχώρησε στο άγγιγμα του Κάσπερ. Από πίσω βρισκόταν ένας διάδρομος που κατέληγε σε έναν πανάρχαιο βωμό. Και ανάμεσα σε εμάς και τον πανάρχαιο βωμό, ένας εξίσου πανάρχαιος Δαίμονας, διψασμένος και πεινασμένος για, κοντά 30000 χρόνια, που είχε κληθεί να φυλάει την είσοδο στο Άβατο και που κανένας δεν ζούσε για να τον επαναπατρίσει στην Κόλαση που τον είχε φτύσει. Δεν χρειάστηκε να ακουστεί κάποιος ιδιαίτερος ήχος, κάποια ιδιαίτερη πρόσκληση. Η κλαγγή των όπλων και τα βέλη που άφηναν την φαρέτρα μου για να οπλίσουν την τεντωμένη χορδή της βαλλίστρας μου ήταν αυτόματη. Ακόμα κι ο Ίνκυ, με την δύναμη της πίστης που μόλις είχε ανακαλύψει, στεκόταν πανέτοιμος, με το δίχειρο σπαθί του υψωμένο σταθερά πάνω από το κεφάλι του, έτοιμο και αχόρταγο να τεμαχίσει, να διεισδύσει σε σάρκα, να αφαιρέσει ζωές, έστω και ενός Δαίμονα. Αυτός ήταν και ο πρώτος που δέχτηκε το σφοδρό χτύπημα του δαίμονα. Πολεμούσαμε με όλες τις δυνάμεις μας. Τραγουδούσα πολεμοχαρή άσματα και γιάτρευα όποιον μπορούσα, ενώ τα βέλη φεύγανε βροχή από τα χέρια μου. Ο Έρικ είμαι σίγουρος ότι έκανε περήφανη την Νέλι για τον ηρωισμό με τον οποίο πολέμησε. Ο Κάσπερ περικύκλωνε το τέρας, με σκοπό να χτυπήσει κάθε φορά που έβλεπε ακάλυπτο κάποιο αδύναμο σημείο, ενώ η Ιρίκα μας τόνωνε με τις προσευχές τις και εξαπέλυε τεράστιες ποσότητες πνευματικής δυνάμεις, που προκαλούσαν πολύ σαρκικές πληγές στον Δαίμονα. Μόνο αυτός ο Κίραν, που υποτίθεται ότι θα μας βοηθούσε, καθόταν και μελετούσε ένα σπάνιο είδος από βρύα και λειχήνες που είχαν διατηρηθεί για τόσες χιλιάδες χρόνια. Καλά το έλεγα ότι ο τύπος ήταν μεγάλη μολόχα.
 Η μάχη καλά κρατούσε. Τα πλήγματα που δεχόμασταν ήταν μεγάλα. Μπορεί να τον είχαμε πληγώσει τον Δαίμονα, μα δεν τον είχαμε σκοτώσει ακόμα. Απο την πλευρά μας, ο Ίνκυ είχε πέσει αναίσθητος, ενώ ο Κάσπερ θα τον ακολουθούσε σύντομα. Εγώ δεν είχα άλλη δύναμη να τους γιατρεύω με τα μαγικά μου και η Ιρίκα έπρεπε να συνεχίσει να κάνει επιθέσεις. Τότε, δυστυχώς, σκέφτηκα πόσο μας έλειπε η Νούρια στην μάχη και παραλίγο να χάσω το ηθικό μου. Ευτυχώς τότε θυμήθηκε ο Κίραν ότι είχαμε μάχη και αποφάσισε να μας βοηθήσει. Με την αργοπορημένη και ελλειπή βοήθεια του, εξουδετερώσαμε τον Δαίμονα και τον στείλαμε εκεί που του έπρεπε. Πήραμε μιά ανάσα και, καθώς πλησιάζαμε τον βωμό, ξεκίνησε η τελευταία, ή μάλλον πρώτη, κατά χρονολογική σειρά, αναπαράσταση της προδοσίας.
 Είδαμε τον Κάελντορ να συνομιλεί με τον Πατέρα Κάενοθ και ξαφνικά να ρίχνει την μεταμφίεση του και να μαχαιρώνει με ένα τελετουργικό εγχειρίδιο τον ιερέα του Όλιβα, ύπουλα και προδοτικά. Έπειτα άνοιξε μια πύλη από την οποία ξεχύθηκαν τα αιμοδιψή Τελώνια το Βουνού. Ακολούθησε η υλοποιημένη Κακία. Μετά μπήκε η ιέρεια της Μαργκό κυνηγημένη από τον Δαίμονα, η οποία, αν και σοβαρά λαβωμένη, πέταξε το σπαθί της Μαργκό και διαπέρασε το σώμα του προδότη ιερέα και τον κάρφωσε πάνω στην ψυχρή πέτρα του βωμού. Τέλος έπεσε κι αυτή νεκρή από την μανία του Δαίμονα. 
 Όταν έσβησαν οι κινούμενες εικόνες παρατηρήσαμε καλύτερα το δωμάτιο. Υπήρχε μόνο ένα πτώμα. Το πτώμα του Κάελντορ, ακόμα στα χέρια του κρατούσε το προδοτικό εγχειρίδιο, με το οποίο σκότωσε τον Πατέρα Κάενοθ. Το πτώμα του Κάελντορ ήταν καρφωμένο στον βωμό με το σπαθί της Μαργκό. Με το που το πλησιάσαμε το σπαθί καταλάβαμε ότι αυτό είναι το ψήγμα φωτός που ψάχναμε. Πήραμε τα πράγματα, το σπαθί και το στιλέτο και είδαμε ότι, ενώ έλειπε το πτώμα του ιερέα του Όλιβα, το αίμα του στιγμάτιζε ακόμα τον βωμό με ένα έντονο κόκκινο χρώμα. Όπως γυρίσαμε να φύγουμε, ένα τελευταίο όραμα μας περίμενε. Οι φιγούρες της Μαργκό και του Όλιβα κρατούσαν στα χέρια τους τα πτώματα του Πατέρα Κάενοθ και της νεαρής ιέρειας και αποχωρούσαν με αργά βήματα.
 Με αργά βήματα αποχωρούσαμε κι εμείς. Κατά την ανάβασή μας προς την κορυφή του ζιγκουράτ δεν πετύχαμε τίποτα το περίεργο. Φτάσαμε στην έξοδο και εκεί μας περίμενε η αέρινη μορφή του οράματος μου στην έρημο. Μας είπε ότι, τώρα που βρήκαμε το Ψήγμα Φωτός, πρέπει να βιαστούμε και να πάμε στο νησί όπου κυριαρχεί η φωτιά, η στάχτη και η σκόνη. Ήμασταν πολύ κουρασμένοι να αναλύσουμε τώρα τα όσα ακούγαμε. Απλά θέλαμε να ξεκουραστούμε και την επόμενη μέρα θα σκεφτόμασταν τα όσα είχαμε δει και μάθει.

Comments

Athar Vulrax said…
(Αντί Υστερόγραφου)

Να με συγχωρέσει όλη η διαδικτυακή κοινότητα του Σμαραγδιού για αυτήν την μεγάλη καθυστέρηση στην ανανέωση του Ημερολογίου Του Βάρδου, αλλά λίγο οι γρίπες και οι ιώσεις, λίγο το Αλτζχάιμερ, λίγο η άνοιξη που με χτύπησε στο κεφάλι, το άργησα πολύ. Μένουν άλλα δύο κεφάλαια, τα οποία ελπίζω να είναι έτοιμα μέσα στο ΣουΚου. Επίσης αυτήν τη φορά παρακαλώ, εκλιπαρώ, ικετεύω στους υπόλοιπους της ομάδας να μου στείλουν διορθώσεις στο ημερολόγιο, επειδή η μνήμη μου στα γεγονότα που παίζοντε μετά τις δύο τα μεσάνυχτα, με ξεγελάει και έτσι υπάρχουν αρκετά λάθη και παραλείψεις! ( Ο θεός της προδοσίας, για παράδειγμα, με πρόδοσε και ξέχασα τελείως το όνομα του, επίσης δεν τον βρήκα στο Πάνθεον, εκτός κι άμα έχω χαζέψει εντελώς, πράγμα διόλου απίθανο!)Αυτά εν ολίγοις, παρά τα λάθη ελπίζω να μην απογοήτευσα την ομάδα μου που μου εμπιστεύτηκε αυτή την καταγραφή των γεγονότων.

Με τιμή,
Άθαρ Βάλραξ
ο ταπεινός σας βάρδος
τώρα και σε οικογενειακή συσκευασία από ανακυκλωμένο χαρτί, με μπλέ και πράσινους κόκκους απύθμενης βλακείας!
Andromeda said…
Ο καθένας καταλαβαίνει ότι θέλει τελικά, γιατί η Νούρια δεν δείλιασε, πρώτον απλά μπερδεύτηκε και δεύτερον, είχε γίνει καχύποπτη. Αυτό δεν την κάνει δειλή, το να αμφιβάλλει για την πορεία που οι υπόλοιποι είχαν διαλέξει και να προβληματίζεται αν κάποιος τους χρησιμοποιούσε για να φέρει εις πέρας τους σκοπούς του, βασιζόμενος πάνω στην απέραντη αφέλεια τους και την δίψα τους να κάνουν κάτι ξεχωριστό και να γίνουν ήρωες, το λιγότερο την κάνει περισσότερο σκεπτόμενη από το να ακολουθήσει τυφλά αυτό που τους υπέδειξαν ως μοίρα τους. Αν αυτό είναι δειλία, τότε μάλλον κάπου μπέρδεψα την έννοια των λέξεων αγαπητέ βάρδε!
Athar Vulrax said…
Agaphth Andromeda! Elpizw na katalabaineis oi polu diaforetika antilambanetai ta pragmata o 30xronos 8anashs, pou rixnei to proswpeio kai sou apantaei twra, kai polu diaforetika kai me apu8menh afeleia, efhbikh blakeia kai ormonikh parormhsh antilambanetai o 18xronos Athar pou upografei to hmerologio. Hlpiza na mhn xreiazetai na e3hgw tis proswpikes apopseis tou bardou pou upoduomai, allwste auto einai h exuh kai h katara na analambanei mono enas thn katagrafh twn gegonotwn, dhladh na ephreazei thn pena tou me ta proswpika tou pisteuw. 8a mou htan polu pio euxaristo kai, eilikrina, anagkaio, kapoios akoma na sumplhrwnei, na antipara8etei kai na emploutizei to hmerologio me posts gia ola ta 8emata, oxi mono gia auta sta opoia o xarakthras mou htan apwn. Kai, nai, einai para polu logiko, otan enas dekaoxtaxronos mesa stis kaules(as mou epitrapei h ekfrash) otan tou dinetai to pagwto ths peripeteias sto xeri na to glufei prin liwsei. Twra, an h, epishs dekaoxtaxronh, Nouria analuei ta poliploka politika sxedia wste na katalabainei pote xeiragwghte kai poianwn ta plana gia e3ousia e3uphretei, enw oi upoloipoi xarakthres akoma psaxnoun ton mpousoula, ths a3izei epainos. 8a mou peis kai o Athar kai o Casper exoun politikh apopsh, h opoia omws arkeite se ena anti e3ousiastiko delirio, to opoio kai armozei sthn hlikia tous. Opote, gia na mhn makrugorw kai na katalh3w me mia apanthsh: Nai o 18 xronwn Athar 8ewrei oti, se mia prokeimenh dunatothta gia peripeteia kai hrwpoihsh tou eautou tou, otan kapoios lakisei einai deilos! Sta saranta tou isws ki o idios o Athar na ka8etai na skeftetai ti malakies ekane san pitsirikas, alla oxi se auth thn hlikia ths a8wothtas. Elpizw na se kalupsa kai se euxaristw gia thn antipara8esh, 8a htan akoma pio kalo ma ti8entai pio suxna tetoia zhthmata sto blog giati me boh8oun ki emena na sunexizw na grafw.

Me ektimhsh Thanasis

Popular posts from this blog

Heroic Fantasy: Mini review or pure fun?

Heroic Fantasy: The Dragonlance Experiment

Dungeons & Delvers: Mighty heroes & Magic Potatoes