Prince Bredain, Memories of a Past now Lost... Part 2

-Όχι, όχι αυτό δε γίνεται! Ο Φέαρντ έκανε να φύγει αλλά ο ηλικιωμένος άντρας τον άρπαξε δυνατά από το μπράτσο.
-Θα πεθάνω σε λίγο καιρό!
-Πατέρα…!
-Άκουσέ με! Πρέπει να προστατέψεις αυτό το παιδί. Εσύ είσαι ό,τι έχει τώρα.
-Μου ζητάς να βάλω σε κίνδυνο τη ζωή πολλών ανθρώπων.
-Μη μιλάς έτσι γι αυτόν… Είναι απλά ένα παιδί…
-Παιδί; Τον έχεις δει πως μας κοιτάει; Πως μας κατασκοπεύει; Είσαι στο κρεβάτι εξαιτίας του. Σου μίλησε για όλα αυτά μόνο και μόνο για να σε αναγκάσει να μεσολαβήσεις υπέρ του. Δε νοιάστηκε για τίποτε!
-Το ξέρω… Ξέρω πως δε νοιάζεται για τίποτε. Δεν έμαθε να νοιάζεται. Και είναι σκληρό αυτό για ένα παιδί 17 χρονών…. Γι αυτό θέλω να τον βοηθήσεις.
-Δε μπορώ πατέρα. Ακόμη και αν αυτός μπορούσε να αλλάξει, σκέψου πως ο πατέρας του τον ψάχνει. Αν ο Αυτοκράτορας φτάσει στα πλοία τότε κανείς δε θα γλιτώσει. Δεν μπορώ να προδώσω τους ανθρώπους μου και πολύ περισσότερο δε μπορώ να διακινδυνέψω την ασφάλεια της οικογένειάς μου. Μη με πιέζεις άλλο. Ο τόπος του είναι εδώ! Τελείωσε!
Τίναξε το χέρι του για να απελευθερωθεί από το κράτημα του γέρου και κατευθύνθηκε προς την πόρτα.
-Φέαρντ!………… Φέαρντ! Ο ηλικιωμένος άντρας τον φώναζε επιτακτικά.
-Έχει την ίδια ηλικία με το γιο σου. Ξέχασες;
Ο πολεμιστής κοντοστάθηκε στην πόρτα για μια στιγμή. Δεν είπε τίποτε όμως μια εικόνα πέρασε μπροστά από τα μάτια του. Έσφιξε την λαβή του σπαθιού του και βγήκε έξω.

Ο Μπρένταιν τραβήχτηκε απότομα προς το διάδρομο σαν άκουσε τα βήματα του πολεμιστή να βγαίνουν από το δωμάτιο. Είχε ακούσει αρκετά ώστε να αμφιβάλλει για το αν αυτός ο άντρας ήταν τελικά σύμμαχός του και σκεφτόταν πως ήταν πολύ πιθανό οι εχθροί του πατέρα του να μη διστάσουν να βλάψουν και τον ίδιο. Και μόνη η καταγωγή του ήταν επικίνδυνη για τους γύρω του και αυτό έφτανε για να μην του έχει κανείς εμπιστοσύνη. Έπρεπε να είναι προσεκτικός και υπομονετικός. Ο Φέαρντ φαινόταν να ξέρει που βρίσκονταν τα πλοία και ίσως αν τον παρακολουθούσε περισσότερο καιρό να μπορούσε να μάθει αυτήν την πληροφορία και ο ίδιος. Αυτά σκεφτόταν με το μυαλό του, η καρδιά του όμως σφίγγονταν στην ιδέα πως δεν ήταν πουθενά στ’ αλήθεια ευπρόσδεκτος.

Τις επόμενες μέρες ο Φέαρντ έλειπε πολλές ώρες και δε μιλούσε πολύ. Καθόταν μόνος του στις ερημιές και ήταν προφανές ότι σκεφτόταν την απόφασή του.
Ένα μεσημέρι, αφού είπε δυο κουβέντες στον παππού, φώναξε τον νεαρό για να του μιλήσει.
-Θα είμαι ειλικρινής μαζί σου, του είπε σοβαρά. Κάθισε.
Ο Μπρένταιν τον κοιτούσε και μάζευε τις δυνάμεις του για να αντιμετωπίσει τα δυσάρεστα λόγια που περίμενε να ακούσει.
-Η αλήθεια είναι ότι δε σου έχω πολύ εμπιστοσύνη. Από όσο έμεινες μαζί μας κατάλαβα πως κρύβεις τις σκέψεις και τις προθέσεις σου, μας κρυφακούς και μας κατασκοπεύεις σαν να είμαστε εχθροί σου και δε φαίνεται να σε νοιάζει τίποτε άλλο εκτός από τον εαυτό σου, αν σε νοιάζει και αυτός δηλαδή.
Ο Μπρένταιν έκανε να διαμαρτυρηθεί για τις κατηγορίες αυτές όμως ο μεγαλόσωμος άντρας τον διέκοψε ακουμπώντας τον φιλικά στον ώμο.
-Μην ετοιμάζεσαι να αμυνθείς απέναντί μου. Ξέρω ότι έχεις τους λόγους σου να μην εμπιστεύεσαι και συ κανέναν και τίποτε. Είσαι μόνος σου, κυνηγημένος και έχεις πάρα πολλά πράγματα να μάθεις μέχρι να μπορείς να τα βγάζεις πέρα μόνος σου. Θα σε βοηθήσω με όλα αυτά. Θα ταξιδέψουμε μαζί μέχρι τις ακτές και θα φροντίσω να βρεις ένα πλοίο για να φύγεις από δω. Να ξέρεις όμως πως θα είναι πολύ δύσκολο. Και θα πάρει αρκετό χρόνο. Συμφωνείς μέχρι εδώ;
Ο Μπρένταιν τον κοίταξε ενοχλημένος. Τα λόγια του τον πλήγωναν όχι μόνο επειδή ήταν πέρα για πέρα αλήθεια αλλά και επειδή του υπαγόρευαν ποιος είναι δίχως να του αφήνουν την επιλογή να διαφωνήσει. Για άλλη μια φορά ένιωθε πως κάποιος πιο δυνατός από αυτόν έλεγχε τη ζωή του. Δεν είπε τίποτε.
-Συμφωνείς; Ρώτησε ξανά ο πολεμιστής επιτακτικά. Μίλησε μου, να σε πάρει η ευχή!
-Ναι, ναι, συμφωνώ, είπε ο Μπρένταιν και κοίταξε πέρα μακριά τις κορφές των βουνών. Συμφωνώ… ψιθύρισε. Δεν μπορώ να κάνω και αλλιώς, σκέφτηκε…


-Πως ήταν παλιά; Χμμμ… Ο Φέαρντ χαμογέλασε. Εικόνες περνούσαν από το μυαλό του.
-Παλιά λοιπόν ένα μίλι προς τα βόρεια περνούσε ο εμπορικός δρόμος. Καραβάνια πηγαινοέρχονταν κουβαλούσαν αγαθά από όλα τα μέρη του κόσμου. Η Σέυλαντ ήταν πλούσια και ευτυχισμένη. Οι άνθρωποι σε καλημέριζαν στο δρόμο.
Αναστέναξε.
-Ένα καλοκαίρι είχαμε έρθει με τη Λαβ εδώ. Είχε δει για πρώτη φορά τη θάλασσα. Γελούσε θυμάμαι, γελούσε συνέχεια. Ήταν η χαρά της ζωής μου.
Ο Μπρένταιν άκουγε το Φέαρντ να μιλάει για την κόρη του. Το πρόσωπο του φωτίζονταν και η έκφρασή του γλύκαινε. Ήξερε τόσα πράγματα για εκείνη. Μικρά πράγματα. Τα λόγια από τα τραγούδια που τραγουδούσε. Τις λέξεις που δεν μπορούσε να πει σωστά. Τη φάτσα που έκανε λίγο πριν κλάψει.
-Και συ το κάνεις αυτό… είπε ο Φέαρντ παιχνιδιάρικα.
-Ποιο πράμα; Είχε αφαιρεθεί. Φαντάζονταν το θείο του να παίζει με το κοριτσάκι στην άμμο.
-Μαζεύεις πράγματα από παντού. Φύλλα, πέτρες, ένα σωρό χαζομάρες.
-Δεν το κάνω αυτό! είπε ο Μπρένταιν ενοχλημένος.
-Το κάνεις, το κάνεις. Τις προάλλες για να πάρεις ένα φτερό από Άκα κόντεψες να γκρεμοτσακιστείς από το δέντρο μέσα στη νύχτα, είπε ο Φέαρντ γελώντας.
Ο Μπρένταιν δεν είπε τίποτε. Άλλαξε πλευρό και βάλθηκε να σκαλίζει το δέντρο με το σουγιά του.
-Και μην σκαλίζεις άλλο τα δέντρα, είπε ο Φέαρντ περιπαιχτικά.
Ο Μπρένταιν σηκώθηκε, γύρισε προς το μέρος του και τον κοίταξε απορημένος.
-Που με είδες πάλι; είπε σκασμένα.
-Δε σε είδα, είπε ο Φέαρντ συνωμοτικά.
Ο Μπρένταιν ξεφύσηξε και έκανε κάτι να πει αλλά ο θείος του τον έκοψε απαλά.
-Άντε κοιμήσου, κοιμήσου. Δε σε πειράζω άλλο…


Όλα γύρω του έμοιαζαν να σκοτεινιάζουν. Οι σκιές των ρασοφορεμένων ανθρώπων ήταν σκυμμένες πάνω του και ξέσκιζαν τα ρούχα του για να βεβαιωθούν ότι δεν είχε γίνει λάθος. Ο πρίγκιπας θα γύριζε πίσω στον πατέρα του. Η σκέψη τον τρέλαινε. Ούρλιαζε και έκανε ότι μπορούσε για να ξεφύγει. Οι ιερείς του ψιθύριζαν στο αυτί, τα λόγια τους ήταν καθησυχαστικά, αλλά οι φωνές τους ειρωνικές και χαιρέκακες, τον βασάνιζαν όπως οι φωνές στο παλάτι της Άκραμπα. Ήθελε να φύγει. Να φύγει… το μυαλό του σταμάτησε.
Ξύπνησε από δυνατό πόνο. Ένιωθε ένα ατσάλινο χέρι να τον τυλίγει από τα πλευρά και να εμποδίζει τα χέρια του να κουνηθούν. Ήταν πάνω στο άλογο. Από πίσω τα βέλη έπεφταν βροχή.
-Μην κουνιέσαι αγόρι μου. Η φωνή ήταν ήρεμη, γνώριμη, προστατευτική.
Ακόμη και όταν ξεμάκρυναν αρκετά, η λαβή γύρω από τα χέρια και τα πλευρά του δεν χαλάρωσε. Δεν τον ένοιαζε όμως πια ο πόνος.


-Ήμασταν έξω από την Τούριζον, είπε ο Φέαρντ παίρνοντας βαθιά ανάσα για να του βγάλει το παιδί το βέλος από την πλάτη.
-Εκεί γνώρισα τον πατέρα σου. Και είναι αστείο αυτό. Γιατί έξω από την Τούριζον είχα δει για πρώτη φορά και τη μαμά σου. Σαράντα χρόνια πριν…
-Μας είχαν επιτεθεί άνθρωποι από την Άκραμπα. Ήμασταν χαμένοι όταν εμφανίστηκε ο πατέρας σου με τους άντρες του. Είχε έρθει να προστατέψει τη μητέρα σου. Την αγαπούσε από τότε. Εκεί στο δάσος έξω από την Τούριζον τη φίλησε για πρώτη φορά. Εκείνη όμως ήταν ερωτευμένη με το ξωτικό.
Πήρε βαθιά αναπνοή.
-Έτσι λοιπόν, όπως καταλαβαίνεις, οι γονείς σου μου έχουν σώσει τη ζωή δυο φορές.
Μη νιώθεις υποχρέωση λοιπόν.
Ο Μπρένταιν άφησε τους επιδέσμους και κάθισε απέναντι από τον θείο του. Τον κοίταξε στα μάτια σοβαρά.
-Εσύ γι αυτό ήρθες να με πάρεις; Από υποχρέωση;
-Ναι, είπε ο Φέαρντ βαριά. Το βλέμμα του θύμιζε το ατσαλένιο χέρι που κρατούσε το παιδί λίγες ώρες πριν.
-Από υποχρέωση στους γονείς μου; είπε το παιδί απογοητευμένα.
-Από την υποχρέωση που έχει ο πατέρας στο γιο του, απάντησε ο Φέαρντ. Η φωνή του ήταν ασυνήθιστα σκληρή, τόσο που ο Μπρένταιν για πολλή ώρα δεν τόλμησε να μιλήσει. Όπως πάνω στο άλογο δεν είχε τολμήσει να κουνηθεί.


-Θείε… δε θα φύγω με το πλοίο. Δε θέλω.
Ο Φέαρντ τον κοίταξε απορημένος.
-Τι λες Μπρένταιν;
Είχανε κάνει τόσο κόπο για να φτάσουν μέχρι εκεί. Είχαν κοντέψει να σκοτωθούν και οι δυο. Δε θα πήγαιναν χαμένες τόσες θυσίες…
-Άκουσε, αν ανησυχείς για μένα, είμαι καλά. Θα μείνω λίγες μέρες εδώ με την οικογένεια των Ραφκίρ μέχρι να γίνει καλά το τραύμα μου. Και ύστερα θα γυρίσω στα καθήκοντά μου.
Ακούγοντας να βγαίνει από το στόμα του αυτή η τελευταία φράση, ο Φέαρντ, δίχως να θέλει, αναλογίστηκε πως θα ήταν η ζωή του από δω και πέρα. Οι δικοί του είχαν όλοι φύγει, και μετά το θάνατο και του παππού η μόνη του συντροφιά ήταν ο Μπρένταιν. Μολονότι μπορούσε να προσφέρει πολλά ακόμη στην προστασία των ανθρώπων της Σεάντ, ήξερε πως η δύση της ζωής του ερχόταν. Του είχαν λείψει οι ευτυχισμένες μέρες. Όλα αυτά που είχε στερηθεί, όμορφες εικόνες από μια γλυκιά ζωή, ήταν το μυστικό που γέμιζε την καρδιά του και που ταλαιπωρούσε τις νύχτες του.
-Εσύ πρέπει να πας, θείε.
Ο Μπρένταιν τον κοίταζε τρυφερά στα μάτια.
Ο πειρασμός ήταν μεγάλος. «Πρέπει να πας». Αντηχούσε στα αυτιά του τόσο αληθινό. Και όλα αυτά τα χρόνια που είχε λείψει; Αν τώρα μπορούσε να φύγει, τι τον είχε εμποδίσει την πρώτη φορά; Είχε στερηθεί τόσα πολλά για το τίποτε;
-Όχι… Όχι… είπε αποφασιστικά. Σηκώθηκε απότομα και γύρισε την πλάτη στον νεαρό.
-Είναι καθήκον μου να μείνω εδώ. Δεν μπορώ να αφήσω την πόλη μου απροστάτευτη. Έχω δώσει όρκους. Δεν μπορώ…
-Θείε… Πέρασαν τόσα χρόνια, εκπλήρωσες τον όρκο σου και με το παραπάνω.
-Δεν μπορώ, δεν γίνεται. Τι θα απογίνουν εκείνοι οι άνθρωποι; Ποιος θα τους βοηθήσει; Δεν υπάρχει κανείς πια. Δεν μπορώ να φύγω. Μη με βάζεις σε σκέψεις.
-Θείε… Είσαι μεγάλος πια. Για πόσο καιρό θα μπορείς να πολεμάς ακόμη; Το τραύμα σου είναι σοβαρό… Δε θα γιατρευτεί ποτέ τελείως…
-Και τι να κάνω; Τι να κάνω; Μου ζητάς να τους εγκαταλείψω; Όπως έκαναν όλοι; Φώναζε. Η ελπίδα να δει τους δικούς του ξανά είχε πεθάνει εδώ και καιρό, και τώρα που ζωντάνευε ξανά, τον έκανε να υποφέρει.
-Θα μείνω εγώ, είπε ο Μπρένταιν. Θα μείνω εγώ, θα μείνω στη θέση σου. Στο ορκίζομαι.
Ο Φέαρντ τον κοίταζε δίχως να λέει τίποτε. Μέσα του πάλευαν ένα σωρό συναισθήματα.
-Παιδί μου… δεν μπορείς να μείνεις εδώ, είπε γλυκά. Ο πατέρας σου…
Ο Μπρένταιν πήρε βαθιά αναπνοή. Έπρεπε να τραβήξει το σκοινί.
-Ίσως να είμαι ο μόνος που μπορεί να διορθώσει τα κακά που έκανε ο πατέρας μου. Είμαι ο διάδοχος του θρόνου, δεν θα εγκαταλείψω, αυτό δεν έλεγες και συ, δε θα φύγω, θα πολεμήσω.
Ο Φέαρντ τον κοίταζε συγκινημένος.
-Θείε… Αν φύγω τώρα, δε θα βρω πουθενά γαλήνη. Άσε με να κάνω το καθήκον μου. Άσε με να γίνω αυτός που πρέπει να είμαι.
Ο Φέαρντ δάκρυσε. Ήταν περήφανος για εκείνον. Μπορούσε να του έχει εμπιστοσύνη. Ένιωσε ένα βάρος να φεύγει από πάνω του. Το χρέος του είχε τελειώσει. Ήξερε πια πως μπορούσε να φύγει.
Ο Μπρένταιν τον αγκάλιασε και του χαμογέλασε γλυκά.
-Πρέπει να ετοιμαστείς, του είπε απαλά.
-Ναι…


Μάζευαν τα πράγματα δίχως να μιλάνε πολύ. Ήταν οι τελευταίες στιγμές που περνούσαν μαζί και υπήρχε σε αυτές κάτι ιερό που δε λέγονταν με λόγια.
Ο Μπρένταιν κοίταζε τον μεγαλόσωμο άντρα να τακτοποιεί τα πράγματά του. Σε λίγο θα ήταν πάλι μόνος, όμως εκείνη την ώρα δε μπορούσε να το σκεφτεί αυτό. Το μυαλό του ήταν γεμάτο αναμνήσεις. Μικρές λεπτομέρειες έρχονταν στο νου του.
Ο Φέαρντ τον φώναξε να τον πλησιάσει. Είχε μια κληρονομιά να αφήσει.
-Αφού θα πάρεις τη θέση μου… είπε απαλά. Τον κοίταζε ερευνητικά, σάμπως να ήθελε να βεβαιωθεί ότι είχε μεγαλώσει αρκετά.
-Πρώτα η πανοπλία σου, είπε επίσημα ντύνοντας τον με αυτή. Είναι φτιαγμένη από δέρμα ελαφιού από τους καλύτερους τεχνίτες της Σέυλαντ, ενισχυμένη με ατσάλινο δίχτυ. Θα σε κουράσει στην αρχή αλλά θα σου σώσει τη ζωή.
-Ο μανδύας σου. Απαλό μαύρο μετάξι από την πατρίδα σου.
-Τα γάντια σου. Δερμάτινα αλλά ενισχυμένα με το πιο λεπτοδουλεμένο ατσάλινο δίχτυ. Έχουν απάνω το οικόσημο της οικογένειάς μου. Ανήκαν στον αδερφό μου τον Τρίσταν.
-Το μενταγιόν σου. Θα σε κρύψει από τα αδιάκριτα μάτια.
-Και τέλος, είπε και ξεζώστηκε το σπαθί που ήταν περασμένο στη μέση του, το σπαθί σου.
-Θείε αυτό δε μπορώ να το δεχτώ… θα ‘πρεπε να το αφήσεις στον γιο σου!
-Θα πάρεις τη θέση μου, σωστά; είπε ο Φέαρντ απαλά. Σου αξίζει περισσότερο από τον καθένα. Το ξέρω πως νομίζεις ότι δεν είσαι πολεμιστής… αδικείς όμως τον εαυτό σου.
Ο Μπρένταιν χαμογέλασε πικρά. Δεν ήταν πολεμιστής. Αυτό ήταν βέβαιο. Όμως αφού είχε ξεκινήσει αυτό το παιχνίδι έπρεπε να το παίξει ως το τέλος.
-Το ‘φτιαξε για μένα η Κίμλι πριν φύγει, είπε και δάκρυσε στην σκέψη του χωρισμού τους. Είναι το μόνο που κράτησα από εκείνη. Δε μου χρειάζεται πια, είπε και του χάιδεψε τα μαλλιά.
Ζωσμένος την αρματωσιά του φαινόταν σα να χε μεγαλώσει.
-Πρίγκιπα… Σε γνώρισα παιδί και τώρα κοίτα, δεν πέρασε ένας χρόνος και έγινες άντρας. Θα ήμουν περήφανος αν είχα ένα γιο σαν εσένα.
Ο Μπρένταιν κατέβασε το βλέμμα του. Τα μάγουλά του ρόδισαν και δίχως να θέλει, χαμογέλασε αμήχανα. Έκανε να πει κάτι αλλά τελικά μονάχα χαμογέλασε.
-Πρέπει να φύγω…
-Το ξέρω…
Το πλοίο ήδη ετοίμαζε να σηκώσει άγκυρα. Αγκαλιάστηκαν.
Ο Φέαρντ ξεκίνησε προς το πλοίο. Πριν ανέβει κοίταξε γύρω του την ακτή, τον κόσμο που άφηνε πίσω του. Το βλέμμα σταμάτησε στον Μπρένταιν. Σήκωσε το χέρι ψηλά.
Στάθηκε στην πρύμνη. Μεγαλόσωμος, αλύγιστος, με τα λευκά του μαλλιά να ανεμίζουν γύρω του και τα μπλε του μάτια να συναγωνίζονται το χρώμα της θάλασσας. Κοίταζε προς τον νεαρό πρίγκιπα και ήταν σάμπως να τον έβλεπε κατάματα παρά την απόσταση που τους χώριζε.
Ο Μπρένταιν στάθηκε στην ακτή μέχρι που η φιγούρα του πολεμιστή χάθηκε στον ορίζοντα. Τον είχε εξαπατήσει λοιπόν. Και δεν ήταν δύσκολο. Για χρόνια μάθαινε να φυλάγεται από τους ανθρώπους, να κρύβει τα αισθήματά του, να λέει ψέματα και να υπηρετεί τα σχέδιά του χωρίς καθόλου τύψεις. Ο Φέαρντ ήταν καλόκαρδος άντρας, έτοιμος να θυσιαστεί για το καλό των άλλων, έτοιμος να πιστέψει στο καλό που είχαν μέσα τους. Του είχε μάθει να νοιάζεται για τους ανθρώπους. Ήθελε να τον ευχαριστήσει γι αυτό. Του έκανε το μόνο δώρο που μπορούσε να του προσφέρει. Ένα ψέμα που θα του άνοιγε το δρόμο για το ταξίδι που τόσα χρόνια ονειρευόταν.
Αν όλα πήγαιναν όπως τα είχε σχεδιάσει θα έφτανε στη Φερίστο ένα μήνα μετά τον Φέαρντ. Το πειρατικό θα τον έπαιρνε κατευθείαν στη μεγάλη θάλασσα…

Που θα πήγαινε αυτή τη φορά; Ο αποχωρισμός από τη γλυκιά ζωή που είχε ζήσει τους τελευταίους μήνες του κόστιζε παραπάνω από όσο φανέρωνε. Υπήρχε ένα τίμημα για τις επιλογές του και ήταν τόσο ακριβό, που το έκρυβε και από τον ίδιο του τον εαυτό. Ήταν μόνος. Ο κόσμος του είχε γίνει πάλι σκοτεινός. Τα φαντάσματα από το παρελθόν είχαν επιστρέψει. Ο θείος του όμως είχε δίκαιο. Ήταν άντρας πια…

Comments

Popular posts from this blog

Heroic Fantasy: Mini review or pure fun?

Heroic Fantasy: The Dragonlance Experiment

Dungeons & Delvers: Mighty heroes & Magic Potatoes